Ποιήματα
Ο Γιώργος εργάζεται στο Δήμο.
Λίγο πριν ξημερώσει ο Γιώργος βγαίνει στους δρόμους.
Οι δρόμοι είναι γεμάτοι σαγόνια.
Την ξυπνάω για τον ήλιο που εξηγείται στα φυτά
για τον ουρανό τεντωμένο ανάμεσα στα δάχτυλα
την ξυπνάω για τις λέξεις που τσούζουν τον λαιμό
την αγαπάω με τ’ αυτιά μου
πρέπει να πας μέχρι το τέλος του κόσμου για να βρεις
δρόσο στο χορτάρι
ΤΟ ΚΟΒΕΙΣ στα δυο με βιασύνη
Δόντια πολύσπορα φρουρούν
στην καρδιά του ρουμάνι
υγρή ρεματιά κι ανασαίνει
φωτοσκίαση του καρπού ολογύρω·
πράσινο πάνω πάνω
επιστέφει με αργή ωρίμανση
τη μέσα σάρκα:
ΜΑΚΡΥΚΟΥΠΟ λάμνει το φως
στη θάλασσα της Ελευσίνας
λειώνοντας τα βαριά καράβια
σε άθυρμα πάχνης
Η μέλισσα ξαναγυρνά
στα άδυτα του ιβίσκου
το νερό στο σκοτεινό του μέταλλο
Κόκκινος τρύγος στο παρτέρι
απομυζά κρυψίνοια κάλλους
δίπλα του της πηγής ροή
κατέρχεται
σε εύφορο ορυχείο
Σγουρό μελίσσι ηλιόλουστο
και πράσινος σκαντζόχοιρος στην πέτρα
ανθίζει με φωνούλα κίτρινη
και στάζει στα δυο χέρια σου
κρήνη της ευωδιάς
Τι είναι;
Kυλούν αργά τα μέτρα
κάτω από τα πόδια του
σερνάμενα βήματα εκατό
φθείροντας τις παντόφλες του
στο στενόμακρο μπαλκονάκι