άλω χλωρής ακακίας, άγουρη ήβη
που πρωτοδοκιμάζεται σε χείλη δίψας
καναρινί μετά της πρώτης τρίλιας
πιο κάτω κεκαυμένη ώχρα
πήζει σε κίτρινης ξερολιθιάς
το ηλιοβασίλεμα
μέσα βαθιά
φτενό γιαλού σώμα ξανθό
διατρέχει του καρπού
τη σπάταλη γονιμότητα
Κι όλο μαζί μελωδικό στον ουρανίσκο
σαν το νερό
που αν χτυπήσεις την κρυμμένη φλέβα
αναβλύζει ξυπνώντας
ραβδοσκόπο υπνοβάτη
Πίνεις μια φέτα θρυμματίζοντας
μηνίσκο θερινής σελήνης
πάνω από ξερικό μποστάνι
πλήθος τα γαϊδουράγκαθα τριγύρω
και το δέντρο κατάμονο
λιγνά σκιάζει το λιοπύρι
μες στου περιβολιού το καστανόχωμα
Βυθίζεις φθονερή βουλιμία
στο δυσώνυμο φρούτο
που αναπαύει σε κρύπτη τον τόπο
ομοιώνεσαι το έγκυο σώμα
που αναθρέφει το χρόνο
σε καμπύλο κενό