Sign In
The Books' Journal - Το περιοδικό των βιβλίων
The Books' Journal - Το περιοδικό των βιβλίων
  • Editorials
  • Κριτικές
    • Κοινωνία
    • Ιστορία
    • Λογοτεχνία
    • Θετικές Επιστήμες
    • Φιλοσοφία
    • Ποίηση
    • Γλώσσα
    • Comics
    • Πολιτική
  • Ποιήματα
  • Πεζογραφία
  • Διάλογος
  • Παρεμβάσεις
  • Συνεντεύξεις
  • Στήλες
    • Γλωσσίδια
    • Μικροϊστορίες
    • Τελευταια Έξοδος
    • Συμπτώσεις
    • Διπλά Βιβλία
    • Ομηρικά
    • Duck Soup
    • Εις Μνήμην
    • Λόγια Της Πλώρης
    • Ημερολόγιο Γεφύρας
    • Αλφαβητάριο
    • Ημερολόγιο Πανδημίας
    • Πήρα το γράμμα σου
  • Blog
  • Τεύχη
  • Συνδρομές

Παρεμβάσεις

Το δόγμα της ανασφαλούς Ελλάδας

Το δόγμα της ανασφαλούς Ελλάδας

Παύλος Ελευθεριάδης Παρεμβάσεις 21 Οκτωβρίου 2021

 

Από τον Παύλο Ελευθεριάδη

Μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας βλέπει την Ελλάδα ως μια χώρα διαφορετική από άλλες ευρωπαϊκές χώρες και πιστεύει ότι η ιδιαιτερότητά της απειλείται και πρέπει να προστατευθεί. Βλέπει με μεγάλο σκεπτικισμό τις προσπάθειες «εκσυγχρονισμού» της χώρας και δυσπιστεί προς την εξωστρέφεια. Ως αποτέλεσμα, δεν εμπιστεύεται τη διεθνή συνεργασία, θεωρεί τα ανθρώπινα δικαιώματα περιττές πολυτέλειες και προτιμά τη διατήρηση των συνηθισμένων πρακτικών μας, ό,τι και αν σημαίνει αυτό για την καθημερινότητά μας. Η συντηρητική αυτή αντίληψη της Ελλάδας δεν είναι καινούργια. Ενισχύθηκε όμως το τελευταίο διάστημα, ίσως λόγω των αβεβαιοτήτων της πανδημίας και της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης. Ζούμε, πιστεύω, την αναβίωση του δόγματος της ανασφαλούς Ελλάδας.

 

ΑΝΑΔΕΛΦΗ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΑ

Οι θεωρίες ανάδελφης και υπό απειλή εθνικής ταυτότητας δεν είναι δική μας πρωτοτυπία. Αντίστοιχες ιδέες υπάρχουν σε άλλες ανεπτυγμένες χώρες και εκφράζουν μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, ενίοτε και πλειοψηφικά, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στη Βρετανία με το σήμερα έντονα εθνικιστικό Συντηρητικό Κόμμα, ή στις ΗΠΑ με τους Ρεπουμπλικανούς του Ντόναλντ Τραμπ. Συχνά ξεχνάμε ότι οι φιλελεύθερες και δημοκρατικές κοινωνίες της εποχής μας πέρασαν μεγάλες πολιτικές δοκιμασίες για να γίνουν φιλελεύθερες και δημοκρατικές. Όλες οι χώρες έχουν προοδευτικούς και συντηρητικούς πολίτες, με διαφορετικές κοσμοθεωρίες και προτεραιότητες. Οι συντηρητικοί νικούν όταν οι προοδευτικοί δεν είναι οργανωμένοι και αποφασισμένοι. Η συντηρητική ιδεολογία της εθνικής ιδιαιτερότητας ή μοναδικότητας δεν είναι πάντα ακραία, ή επιθετική. Μπορεί να εκφράζει ήπια τις γνήσιες ανησυχίες ενός τμήματος της κοινής γνώμης.  Κάποτε όμως γίνεται απειλητική για τη συνταγματική ισορροπία μιας πολιτείας, όταν αμφισβητεί κάποια από τα «συνταγματικά ουσιώδη» που προστατεύουν την ατομικότητα και την ισότητα.

Στην ελληνική περίπτωση, η συντηρητική αυτή ιδεολογία έχει πάρει την μορφή μια έντονης αντίληψης «θυματοποίησης» (victimisation), γνωστή από τη χρήση της από υπερσυντηρητικές δυνάμεις στην Αμερική. Στην ανάλυσή του για το φαινόμενο Τραμπ, ο αμερικανός φιλόσοφος Τζέισον Στάνλεϊ γράφει για τη «θυματοποίηση» των λευκών και λιγότερο μορφωμένων ψηφοφόρων του πρώην αμερικανού προέδρου και αναφέρει ότι, συχνά, η εθνικιστική ιδεολογία στηρίζεται σε μια νοητή ιεραρχία «ισχύος και αναγνώρισης» μεταξύ εθνοτικών ομάδων, που υποτίθεται βρίσκονται σε διαρκή ανταγωνισμό.[1] Λαϊκιστές πολιτικοί συχνά ενθαρρύνουν την εικόνα ότι μια κοινωνική –ή φυλετική– ομάδα υποφέρει σε σχέση με άλλες ώστε να εκμεταλλευθούν το θυμό και την αγανάκτηση των ακροατών τους. Στην ακραία εκδοχή του, το συναίσθημα της ομαδικής «θυματοποίησης» επιτρέπει σε μια κοινωνική ομάδα να απορρίψει τις αρχές της της δημοκρατικής κοινωνίας ή και να εγκρίνει τη βίαιη αντίδραση στις υποτιθέμενες προσβολές. Το «εμείς» μάχεται με το «αυτοί», που πάντα ορίζεται ως κάτι εκτός της δικής «μας» ομάδας. Έτσι, για παράδειγμα, είδαμε τους οπαδούς του Τραμπ να επιτίθενται στο κτίριο της αμερικανικής Βουλής ώστε να ακυρώσουν την επιβεβαίωση της εκλογικής του ήττας. Η εικόνα αυτή μας είναι οικεία. «Aντιμνημονιακοί» πολιτικοί στην Ελλάδα πριν από μερικά χρόνια επίσης καταφέρθηκαν κατά των πολιτικών θεσμών μας και κατηγόρησαν όσους ήθελαν τη βοήθεια της Ευρώπης και την παραμονή στο ευρώ ως «μερκελιστές» ή ως «τρόικα εσωτερικού», δηλαδή ως προδότες του απλού λαού. Πρόκειται για το μόνιμο αφήγημα του λαϊκισμού.

Στα ευρωπαϊκά δεδομένα, ο γάλλος συγγραφέας Ρενώ Καμύ, στο βιβλίο του Η μεγάλη ανταλλαγή (Le Grand Remplacement), διατύπωσε την αστήρικτη και αντιεπιστημονική θεωρία ότι, με βάση κάποια διεθνή συνωμοσία, ο λευκός και χριστιανικός πληθυσμός της Ευρώπης απειλείται να αντικατασταθεί πλήρως από μουσουλμανικούς πληθυσμούς – και ότι δήθεν οι ευρωπαϊκές ΜΚΟ εργάζονται για την επιτυχία αυτού του σχεδίου.[2] Οι ανυπόστατες αυτές θεωρίες  έχουν ξεκινήσει ολόκληρο κίνημα «ταυτοτικής» εξέγερσης από τη νέα Δεξιά στη Γαλλία, αλλά έχουν επίσης εμπνεύσει εξαιρετικά βίαιες τρομοκρατικές ενέργειες, όπως στη Νορβηγία και στη Νέα Ζηλανδία. Ο Βίκτορ Όρμπαν χρησιμοποιεί ακριβώς αυτή τη λογική στην Ουγγαρία για να δείξει ότι δήθεν οι χριστιανοί απειλούνται στο ίδιο τους το σπίτι και διώκει Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις και δημοσιογράφους ή ακτιβιστές που τολμούν να του αντιταχθούν.[3] Σήμερα, στη Γαλλία, οι ιδέες αυτές διακινούνται σε ακροδεξιές ιστοσελίδες και σελίδες σε κοινωνικά δίκτυα, που οι δημοσιογράφοι έχουν χαρακτηριστικά ονομάσει «φασιστόσφαιρα» (Fachosphère­).

Πολλοί έλληνες δημοσιογράφοι και σχολιαστές  στηρίζουν τις θεωρίες αυτές όχι μόνο στη δική μας ιδιότυπη «φασιστόσφαιρα» παρασιτικών ιστοσελίδων αλλά ακόμα και σε έγκυρα έντυπα, με εσχατολογικές προβλέψεις για την παρακμή του πολιτισμού μας και τον δήθεν «εξισλαμισμό» της Αθήνας ή της Ευρώπης. Δυστυχώς, η κυβέρνηση δεν έχει καταδικάσει ρητά αυτή την τοξική και βαθύτατα εσφαλμένη ρητορική. Το αντίθετο. Χρησιμοποιώντας ασαφή γλώσσα για την «υπεράσπιση των συνόρων» μας από αδιευκρίνιστες απειλές από το εξωτερικό, αλλά και μιλώντας για το μεταναστευτικό ζήτημα με στρατιωτικούς όρους ως «εισβολή», υιοθετεί την αντίληψη ότι οι Έλληνες δεχόμαστε επίθεση.

Η θεωρία αυτή μπορεί να μην ξεκίνησε από πολιτικά πρόσωπα, αλλά είναι βέβαιο ότι δεν τα ζημιώνει. Αν η χώρα μας δέχεται επίθεση, τότε οι μηχανισμοί ασφαλείας του κράτους είναι το μόνο μέσο που έχουμε για να προστατευθούμε. Η ανασφάλεια μας οδηγεί έτσι στην προστατευτική αγκαλιά της πολιτικής και των κομμάτων εξουσίας. Κατ’ αυτή την έννοια, μια συντηρητική ιδεολογία που ξεκίνησε από το περιθώριο έχει πια αναβαθμιστεί σε προβεβλημένο δόγμα της ανασφαλούς Ελλάδας.   

 

ΟΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΩΣ ΑΠΕΙΛΗ

Ποια όμως είναι ακριβώς η εξωτερική απειλή; Η σχετική συζήτηση ξεκίνησε με την παράδοξη απόφαση του Ερντογάν, τον Μάρτιο του 2020, να «ανοίξει τα σύνορα» και να μεταφέρει χιλιάδες «πρόσφυγες» από την Κωνσταντινούπολη προς τον Έβρο. Το επεισόδιο αυτό ήταν μια κυνική προσπάθεια του Ερντογάν να βλάψει την Ελλάδα και την ΕΕ ώστε να ικανοποιήσει τους τούρκους υπερεθνικιστές. Ο μόνος σκοπός του ήταν να προκαλέσει χάος, βία και αναρχία στα σύνορα της Ελλάδας, χρησιμοποιώντας ως εργαλεία του τους απελπισμένους και εξαθλιωμένους μετανάστες της Κωνσταντινούπολης. Η προσπάθεια αυτή απέτυχε παταγωδώς. Η ελληνική κυβέρνηση σωστά και νόμιμα –κατά την προσωπική μου άποψη– έκλεισε για λίγες ημέρες τα σύνορα, εφόσον αντιμετώπιζε μια συντονισμένη από την τουρκική κυβέρνηση βίαιη επίθεση. Δεν ήταν ακριβώς στρατιωτική εισβολή, αλλά ήταν μια εμφανώς κακόβουλη και οργανωμένη προσπάθεια παραβίασης των συνοριακών ελέγχων της χώρας.

Οι επιθετικές πράξεις της Τουρκίας ήταν προφανώς αντίθετες όχι μόνο στο γενικό διεθνές δίκαιο αλλά και στην κοινή δήλωση Τουρκίας-ΕΕ, που ρύθμισε τα θέματα της μετανάστευσης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση συμφώνησε ότι η αντίδραση της Ελλάδας ήταν εύλογη και δεν άφησε καμία αμφιβολία ότι δεν θα υποχωρήσει στους κυνικούς εκβιασμούς του τούρκου προέδρου. Το εγχείρημα της Τουρκίας έβλαψε κι άλλο την ήδη τραγική εικόνα του Ερντογάν και ενίσχυσε τη θέση της Ελλάδας, ως παράγοντα νομιμότητας και κανονικότητας στην Ευρώπη.

Αν και το επεισόδιο αυτό έληξε εδώ και πάνω από ένα χρόνο, φαίνεται ότι ακόμα στοιχειώνει την ελληνική πολιτική ζωή. Δυστυχώς, μέρος της ελληνικής κοινής γνώμης δεν έχει καταλάβει ότι το στρατήγημα του Ερντογάν τελείωσε. Πιστεύει ότι είμαστε ακόμα υπό επίθεση. Επηρεάζεται ίσως από αυτά που λένε κάποιοι υπερ-συντηρητικοί σχολιαστές, οι οποίοι ισχυρίζονται –χωρίς κανένα στοιχείο– ότι δήθεν επίκειται εισβολή της Τουρκίας στα νησιά. Ευτυχώς, δεν βρισκόμαστε στον 19ο αιώνα, οι τούρκοι ηγέτες είναι αδίστακτοι αλλά όχι παράφρονες. Η Τουρκία δεν διεκδικεί νησιά μας. Και όμως, πολλοί ακόμα πιστεύουν ότι η επίθεση του Ερντογάν συνεχίζεται στο Αιγαίο. Υποστηρίζουν ότι οι πρόσφυγες που καταφτάνουν σε επικίνδυνες βάρκες βρίσκονται υπό τις διαταγές του. Η πεποίθηση αυτή είναι προφανώς εσφαλμένη. Στο Αιγαίο σήμερα έρχονται μικρές ομάδες, με οικογένειες κυρίως από το Αφγανιστάν, τη Σομαλία και το Κογκό, και άλλες αφρικανικές χώρες. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιεύει κάθε μήνα ο ΟΗΕ, κατά τους πρώτους οκτώ μήνες του 2021, μόλις 1.762 άτομα κατέφτασαν στα ελληνικά παράλια (ενώ για όλο το 2020 ο συνολικός αριθμός ήταν 9.700). Το ένα τρίτο είναι παιδιά. Είναι προφανές ότι δεν έχουν καμία σχέση με το επεισόδιο του Έβρου ή με τους μετανάστες της Κωνσταντινούπολης. Έρχονται σε εμάς επειδή ονειρεύονται μια διαφορετική ζωή, όχι επειδή τους το είπαν οι τουρκικές μυστικές υπηρεσίες.

H δημόσια συζήτηση στη χώρα μας ξεχνά και μια άλλη διαφορά μεταξύ Έβρου και Αιγαίου. Τα χερσαία σύνορα μπορούν να κλείσουν, έστω προσωρινά. Τα θαλάσσια σύνορα δεν μπορούν να σταματήσουν τις διασώσεις προς το πλησιέστερο ασφαλές λιμάνι. Δεν μπορούν οι ελληνικές αρχές να αγνοήσουν τον κίνδυνο ζωής που προκαλείται από την επιβίβαση σε ετοιμόρροπες βάρκες. Η κυβέρνηση όμως δεν κάνει αυτή τη σημαντική διάκριση. Μιλάει γενικά και αόριστα για «φύλαξη των συνόρων» στη θάλασσα. Σε μια περίπτωση, τον Σεπτέμβριο του 2020, ο υπουργός Ναυτιλίας μίλησε ανοικτά για επιστροφή προσφύγων στην ανοικτή θάλασσα, χωρίς να συνειδητοποεί προφανώς ότι αυτό που είπε ήταν παραδοχή της επίσημης πολιτικής παράλειψης διάσωσης, δηλαδή της αθέτησης βασικών υποχρεώσεων της χώρας από το δίκαιο της θάλασσας. Στη θάλασσα προέχει η υποχρέωση προστασίας της ανθρώπινης ζωής σε κάθε περίπτωση.

Έτσι όμως η ασάφεια για τη φύση της «απειλής» διατηρείται. Η κυβέρνηση μιλάει για «φύλαξη» των συνόρων που τώρα είναι καλύτερη, ή πιο αποτελεσματική από ποτέ. Φύλαξη των συνόρων όμως από τι; Ποιος είναι ο σχετικός κίνδυνος; Υπάρχουν νομίζω δύο εύλογες απειλές στα σύνορα. Η πρώτη είναι η απειλή από το χάος και την αναρχία που μπορεί να προκληθεί από την άσκηση βίας στα συνοριακά φυλάκια, αυτό δηλαδή που προσπάθησε να κάνει ο Ερντογάν τον Μάρτιο του 2020. Η δεύτερη απειλή είναι η ενδεχόμενη ύπαρξη στα σύνορά μας υπερβολικά μεγάλου αριθμού προσφύγων. Ένας υπερβολικός αριθμός προσφύγων μπορεί να προκαλέσει κοινωνική και υγειονομική κρίση στην Ελλάδα ακόμα και αν προσέρχεται ειρηνικά και συντεταγμένα.  Κάτι τέτοιο έγινε το 2015, όχι τεχνητά λόγω του Ερντογάν, αλλά σταδιακά λόγω του πολέμου στη Συρία.   

Είναι σημαντικό να προσέξουμε ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν μιλάει σήμερα ούτε για την πρώτη αλλά ούτε και για τη δεύτερη απειλή. Σύμφωνα, τουλάχιστον, με τα επίσημα χείλη, ούτε το πρώτο ούτε και το δεύτερο ενδεχόμενο βρίσκονται στον ορίζοντα. Το χάος μιας μαζικής βίαιης εισόδου δεν φαίνεται να έρχεται, καθώς ο Ερντογάν είναι ήδη πιο συνεννοήσιμος. Ούτε όμως και τεράστιο πλήθος φαίνεται να υπάρχει, ακόμα και αν λάβουμε υπόψη μας τις δυσάρεστες εξελίξεις στο Αφγανιστάν, που ίσως οδηγήσουν σε αύξηση ροών σε μερικούς μήνες ή χρόνια. Φυσικά, τα δεδομένα μπορεί να αλλάξουν ανά πάσα στιγμή, ιδίως αν ο απρόβλεπτος Ερντογάν αλλάξει ξανά στρατηγική. Τίποτε σχετικό όμως δεν φαίνεται τώρα στον ορίζοντα. Οι αριθμοί των μεταναστών είναι οι χαμηλότεροι εδώ και χρόνια. Γιατί όμως τότε ανησυχούν η κυβέρνηση και η κοινή γνώμη;

Πιστεύω ότι η ελληνική κοινή γνώμη, ή τουλάχιστον το πιο συντηρητικό μέρος της, έχει κατά νου μια τρίτη, διαφορετική «απειλή» από τους μετανάστες στα σύνορά μας. Η απειλή αυτή είναι κοντά στις σκοτεινές προφητείες του Ρενώ Καμύ και τη σχετική δαιμονολογία της «φασιστόσφαιρας». Πιστεύει ότι και η ίδια η ύπαρξη ενός ακόμα πρόσφυγα στη χώρα μας είναι κάτι επιβλαβές και επικίνδυνο. Ο κάθε πρόσφυγας είναι το πρόβλημα, ακόμα και αν η παραμονή του εδώ είναι ολιγοήμερη ή ολιγόμηνη. Δυστυχώς, η κυβέρνηση αφήνει την ερμηνεία αυτή ανοιχτή, χωρίς να την απορρίπτει ρητά. Η κυβέρνηση, για παράδειγμα, δεν έχει ορίσει ένα ανώτατο όριο στον αριθμό προσφύγων που η χώρα μας θα μπορούσε να διεκπεραιώνει αρμονικά και με τάξη κάθε μήνα. Δεν λέει π.χ. ότι μπορούμε να δεχτούμε χίλιους ή 10 ή 20 ή 100 χιλιάδες αιτούντες άσυλο το χρόνο, σύμφωνα με τους πόρους και τους χώρους που διαθέτουμε ή την πρόθεση των εταίρων μας να υποδεχθούν ένα μέρος τους. Βρισκόμαστε στο σκοτάδι για τις διοικητικές μας ικανότητες στην περίθαλψη μεταναστών. Η «απειλή» συνεπώς που η κυβέρνηση έχει κατά νου δεν σχετίζεται με κάποια διαπιστωμένη διοικητική ή οικονομική αδυναμία μας να περιθάλψουμε παραπάνω από όσους μπορούμε. Όταν λοιπόν η κυβέρνηση λέει ότι θα φυλάξει τα σύνορα με ένα νέο τείχος ή με τα όπλα, δεν εννοεί ότι θα σταματήσει τους πρόσφυγες όταν ξεπεράσουν το όριο που εξαντλεί τις δυνατότητές μας, αλλά λέει ότι θα αποτρέψει την είσοδο οποιουδήποτε νέου πρόσφυγα ή μετανάστη εξαρχής, ανεξάρτητα από τον αριθμό τους. Ο αριθμός των ευπρόσδεκτων προσφύγων είναι ακριβώς μηδέν.

Η μηδενική ανοχή είναι όμως προδήλως παράνομη, αφού δεν αναγνωρίζει τα δικαιώματα στο πρόσκαιρο άσυλο που έχει ένας πρόσφυγας, απλά ως άνθρωπος από το διεθνές δίκαιο, το δίκαιο της ΕΕ αλλά και το ελληνικό Σύνταγμα.  Η ρητορική της μηδενικής ανοχής εισάγει έναν πολύ ισχυρό συμβολισμό στην πολιτική ζωή μας. Αν και προέρχονται απο διαφορετικά κράτη και εθνότητες, οι πρόσφυγες παρουσιάζονται, τουλάχιστον έμμεσα, ως μια ενιαία εχθρική ομάδα ανθρώπων, που ανταγωνίζεται και απειλεί τους Έλληνες και μόνο με την ύπαρξή της. Αυτή είναι μια εντελώς διαφορετική κατηγορία «απειλής» στα σύνορα, που ξεπερνά κατά πολύ τις άλλες δύο, γιατί εμφανίζει όλα τα μέλη της ομάδας των προσφύγων και μεταναστών, ανεξαρτήτως του αριθμού τους ή του τρόπου με τον οποίον έρχονται, ως όργανα κάποιου εχθρού ή, απλά, ως απρόσωπες αυτο-κινούμενες βιοχημικές απειλές. Μιλώντας αόριστα για «φύλαξη των συνόρων» αφήνουμε ανοιχτό το ενδεχόμενο να θεωρούμε έστω και ένα νήπιο από τη λάθος χώρα ως εθνική –οικονομική, πολιτιστική, θρησκευτική, βιοχημική– «απειλή». Αρνούμαστε έτσι το ίδιο το νόημα του δικαίου των προσφύγων, αφού στερούμε από τους πρόσφυγες την ίδια την ιδιότητα του ανθρώπου σε ανάγκη.

Mέρος του συντηρητικού Τύπου θεωρεί τη θέση αυτή προφανή στις σημερινές συνθήκες. Κατηγορεί τις αντιπολιτευτικές φωνές και τις οργανώσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ότι η έμφασή τους στη διάσωση των προσφύγων σημαίνει ότι αυτές θέλουν «ανοιχτά σύνορα». Η κατηγορία αυτή είναι εντελώς λανθασμένη και παραπλανητική. Διάσωση δεν σημαίνει ανοικτά σύνορα, το αντίθετο: σημαίνει φυλασσόμενα και ελεγχόμενα σύνορα, σύμφωνα με το νόμο. Η είσοδος στη χώρα δεν σημαίνει ότι ο εισερχόμενος δεν θα καταγραφεί και δεν θα υπαχθεί στους νόμους της χώρας, ή ότι δεν θα απελαθεί μεθαύριο αν απορριφθεί το αίτημά του για άσυλο. Αντίθετα, αν γίνονται παρακρατικές επαναπροωθήσεις, όπως καταλογίζει στην Ελλάδα το Συμβούλιο της Ευρώπης και η Ύπατη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες του ΟΗΕ, αυτό θα σήμαινε ότι τα σύνορά μας δεν θα ήταν κανονικά φυλασσόμενα, διότι παρακρατικές ομάδες θα δρούσαν εκτός του κράτους δικαίου. Αν οι καταγγελίες του ξένου Τύπου ειναι σωστές και γίνονται πράγματι παράνομες επαναπροωθήσεις που συγκαλύπτονται από την αστυνομία και τα δικαστήρια (τα οποία θα έπρεπε αντίθετα να τις διώκουν και τιμωρούν), τότε τα σύνορά μας θα είχαν πράγματι γίνει ξέφραγο αμπέλι, κατά την προφιλή έκφραση του υπουργού Μετανάστευσης). Τα άνομα σύνορα δεν συνιστούν καμία βελτίωση σε σχέση με τα ενδεχόμενα άναρχα σύνορα.

Τέλος είναι κατανοητό από όλους ότι καμία χώρα δεν μπορεί να διαχειριστεί απεριόριστο αριθμό προσφύγων. Η Ελλάδα, για παράδειγμα, δεν μπορεί να υποδεχτεί ένα εκατομμύριο σέ ένα χρόνο. Υπάρχουν όρια στην είσοδο προσφύγων, κάτι που –τουλάχιστον έμμεσα– αναγνωρίζει και το διεθνές δίκαιο, που μας επιτρέπει να λαμβάνουμε μέτρα αν υπάρχουν καταστάσεις έκτακτης ανάγκης. Κάτι αντίστοιχο έγινε στον Έβρο. Υπάρχουν νομικοί που αρνούνται ότι υπάρχουν τέτοια όρια, αλλά η προσωπική μου γνώμη είναι ότι δεν έχουν δίκιο. Αλλά για να είναι νόμιμα τα έκτακτα μέτρα πρέπει να λαμβάνονται δημόσια και ρητά, όταν υπάρχει πραγματική αιτία, και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. Η δυνατότητα να λαμβάνεις μέτρα σε συνθήκες κρίσης είναι κάτι διαφορετικό από το να κλείνεις ερμητικά τα σύνορα επ’ αόριστον χωρίς ξεκάθαρο λόγο, με άτυπο και ενδεχομένως μη διαφανή τρόπο και βάζοντας στην άκρη τους συνήθεις ελέγχους του κράτους δικαίου.

Δυστυχώς, η κυβέρνηση δεν λέει ότι έχουμε συνθήκες έκτακτης ανάγκης, ούτε και αναζητεί ακριβείς λόγους για τη μηδενική ανοχή. Θεωρεί ότι η πολιτική της μηδενικής ανοχής είναι μια μορφή κανονικής προστασίας των συνόρων. Όπως είδαμε, αυτό είναι λάθος. Οι νομικές υποχρεώσεις της Ελλάδας παραμένουν οι ίδιες: να έχει κάποιες πόρτες ανοιχτές, ώστε να εξετάζει εξατομικευμένα το αίτημα οιουδήποτε καταφτάνει στη δικαιοδοσία των ελληνικών αρχών, είτε είναι στην ξηρά είτε στη θάλασσα. Η συνεχιζόμενη λοιπόν ασάφεια στο περιεχόμενο της φράσης «προστατεύουμε τα σύνορά μας» ενισχύει την εντύπωση ότι για την Ελλάδα  κάθε πρόσφυγας είναι εξ ορισμού ανεπιθύμητος ώστε η αίτησή του για άσυλο να είναι εκ των προτέρων απορριπτέα, αφού όλοι είναι κάποιας μορφής απειλή για τους Έλληνες, σύμφωνα με μια διάχυτη θεωρία «θυματοποίησης». Αυτή η πολιτική είναι ευθέως παράνομη.

Η πολιτική αυτή έχει ήδη αρνητικές συνέπειες για την εικόνα της Ελλάδας στον κόσμο. Εντελώς πρόσφατα, το αμερικανικό τηλεοπτικό δίκτυο PBS διαπίστωσε ότι γίνονται επαναπροωθήσεις στο Αιγαίο και εκτίμησε ότι συγκαλύπτονται από τις ελληνικές αρχές. Για να δώσει έμφαση στην ευθύνη του ελληνικού πολιτικού κόσμου αντιπαρέβαλε ένα βίντεο του πρωθυπουργού όπου δηλώνει ότι η Ελλάδα «προστατεύει» τα σύνορά της, με εικόνες ανδρών σε σκάφος του λιμενικού να χτυπούν με ράβδους γυναικόπαιδα. Οι εικόνες αυτές κάνουν τεράστια ζημιά στην εικόνα της χώρας. Όσο η χώρα μας φέρεται να επιλέγει την παρανομία και τη βαναυσότητα στο Αιγαίο, τόσο θα μοιάζει με το καθεστώς Ερντογάν και θα χάνει την εμπιστοσύνη των πιο δημοκρατικών κρατών της ΕΕ, οι ηγεσίες των οποίων λογοδοτούν σε ένα κοινό με αυξημένο ηθικό αισθητήριο. Οι κυβερνήσεις αυτές δεν θα μπορέσουν για πολύ καιρό ακόμα να αγνοήσουν παραβιάσεις του κράτους δικαίου από την Ελλάδα, ιδίως αν κάποια από τις διεθνείς προσφυγές κατά της Ελλάδας γίνει αποδεκτή. Για τις πιο δημοκρατικές χώρες του κόσμου, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ υπό τον Τζο Μπάιντεν, η ελληνική κυβέρνηση ενδέχεται να γίνει ένας απρόβλεπτος και αντιδημοφιλής εταίρος, όπως είναι εδώ και πολλά χρόνια η Ουγγαρία και η Πολωνία. Γι’ αυτό, σύμφωνα με πληροφορίες, πρόσφατα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έπαψε να χρηματοδοτεί τις κοινές ενέργειες του ελληνικού λιμενικού με την Υπηρεσία Συνόρων της ΕΕ (Frontex) στο Αιγαίο, αφού η Ελλάδα κατηγορείται για σωρεία παράνομων ενεργειών που παραμένουν υπό (διεθνή) διερεύνηση. Οι πιθανότητες συνεργασίας και αλληλεγγύης για το μεταναστευτικό στην ΕΕ θα γίνουν ελάχιστες αν η Ελλάδα επιλέξει να αγνοήσει την ευρωπαϊκή έννομη τάξη.

 

«ΘΑ ΡΩΤΗΣΕΤΕ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ;»

Δεν νομίζω ότι η ερμηνεία της δημόσιας συζήτησης για το μεταναστευτικό ως φαινόμενο ακραίας εθνικής «θυματοποίησης» είναι υπερβολική.  Όταν η ευρωβουλευτίνα των ευρωπαίων Πρασίνων, Τίνεκε Στρικ, εξέφρασε ανησυχία στο twitter για τη μεταχείριση των έγκλειστων μεταναστών στην Αμυγδαλέζα κατά τη μεγάλη φωτιά στην Βαρυμπόμπη, στις αρχές Αυγούστου, ο υπουργός Μετανάστευσης Νότης Μηταράκης της έγραψε αμέσως: «Θα δείξετε ενδιαφέρον για τους ντόπιους, που υποφέρουν από τη φωτιά; Θα ρωτήσετε και γι’ αυτούς;»  Η αγανάκτηση του κ. Μηταράκη ήταν παράλογη αν σκεφτεί κανείς ότι η κ. Στρικ ασχολείται στο Ευρωκοινοβούλιο με το χαρτοφυλάκιο μετανάστευσης και ότι η μοίρα των ντόπιων κατοίκων της Αθήνας δεν εξαρτάται από τις αποφάσεις ενός υπουργού Μετανάστευσης. Δεν είχε κανένα νόημα να ρωτήσει γι’ αυτούς, αφού μπορούσαν να πάνε όπου θέλουν χωρίς άδεια. Η προσοχή της ήταν εύλογα στραμμένη στους έγκλειστους της Αμυγδαλέζας.

Η θυμωμένη αντίδρασή του υπουργού, όμως, ήταν απόλυτα λογική, αν δει κανείς ότι ο κ. Μηταράκης ενεργούσε όχι μόνο ως υπουργός Μετανάστευσης, αλλά ως ένας από τους κύριους εκφραστές της συντηρητικής Ελλάδας, ενδεχομένως ως ένας ιδεολογικός ηγέτης του κόμματός του, ο οποίος τολμά να πει πράγματα που άλλοι συντηρητικοί πολιτικοί διστάζουν να πουν. Η στόχευση του υπουργού ήταν ακριβώς να αντιπαραβάλει ιδεολογικά τους Έλληνες με τους ξένους πρόσφυγες, ως αντίπαλες ομάδες ευθέως ανταγωνιστικές μεταξύ τους. Επεδίωξε να εκφράσει τον διάχυτο θυμό και την αγανάκτηση των ντόπιων έναντι των παράνομων «εισβολέων», αλλά και για τη δήθεν «εχθρότητα» που δείχνει η Ευρώπη προς τους Έλληνες. Έτσι εξηγείται γιατί στρέφουμε κανόνια και πολυβόλα στους ικέτες που ζητούν άσυλο στον Έβρο ή το Αιγαίο. Οι φράσεις του υπουργού ακολουθούν με ακρίβεια τη θεωρία της «θυματοποίησης» και της αναμέτρησης των πληθυσμών, από την οποία μας προστατεύουν τα τείχη, τα συρματοπλέγματα και τα όπλα. Δεν ήταν μια απομονωμένη παρατήρηση.

Σε προηγούμενη ομιλία του στη Βουλή, στις 7 Ιουλίου, ο κ. Μηταράκης είχε πει χαρακτηριστικά ότι «η χώρα μας έχει εγκλωβιστεί στο Δουβλίνο, δεν έχουμε καμία στήριξη από κανέναν και εξαιτίας αυτού βρεθήκαμε να είμαστε μόνοι μας στις μεγάλες κρίσεις». Οι εκφράσεις αυτές ήταν προφανώς λανθασμένες: παραγνωρίζουν τα δισεκατομμύρια που δίνει η ΕΕ κάθε χρόνο στην Ελλάδα και την Τουρκία για το μεταναστευτικό, καθώς και τις διπλωματικές και στρατιωτικές προσπάθειές της να σταματήσει τις αιτίες των προσφυγικών ροών στην Τουρκία, την Αφρική και αλλού. Δεν ήταν όμως προϊόν άγνοιας, ούτε ήταν τυχαίες. Καλλιεργούν μια συγκεκριμένη ιδεολογία από την οποία κάποιοι πολιτικοί πιθανόν θεωρούν ότι ωφελούνται, αφού τους δίνει το δικαίωμα να αυτοπαρουσιάζονται ως η κύρια άμυνα της πολιορκημένης Ελλάδας. Όσο πιο ανασφαλείς νιώθουν οι έλληνες πολίτες έναντι εξωτερικών εχθρών, τόσο πιο χρήσιμος θα φαίνεται ο πολιτικός κόσμος στο σύνολό του.

 

ΑΠΟΜΟΝΩΣΗ ΚΑΙ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ

Κάποιοι σχολιαστές θεωρούν ότι η αντι-μεταναστευτική ρητορική είναι ίσως δύσοσμη και δυσάρεστη, αλλά είναι τουλάχιστον περιορισμένης εμβέλειας, αφού αφορά μόνο ένα σχετικά μικρό κομμάτι της πολιτικής ζωής μας, και η επιρροή της εκτείνεται ίσως μόνο στη δική μας «φασιστόσφαιρα». Δεν συμφωνώ. Η ιδεολογία της ανασφαλούς και απομονωμένης Ελλάδας είναι ο κυριότερος αντίπαλος του εκσυγχρονισμού της χώρας. Ο φόβος και η ανασφάλεια κλείνουν τους ορίζοντές μας. Η βαθιά ανησυχία που καλλιεργείται από το ανερχόμενο ιδεολογικό δόγμα της ανασφαλούς Ελλάδας συντηρεί εθνικιστικά και αντιδυτικά επιχειρήματα, που ενισχύουν την αντίληψη ότι, επειδή η Ελλάδα είναι «διαφορετική», δεν ωφελείται από ευρωπαϊκές μεταρρυθμίσεις αλλά χρειάζεται μόνο ισχυρές και μαχητικές ηγεσίες, δηλαδή πυγμή και αποφασιστικότητα. Επειδή είμαστε άλλου τύπου κράτος, δεν χρειαζόμαστε, λένε, ανοικτή οικονομία ή αμερόληπτη και ακέραιη δημόσια διοίκηση, ή ισότητα ευκαιριών, ή καταπολέμηση της διαφθοράς, ή πολυμερείς θεσμούς διεθνούς συνεργασίας, ή το σεβασμό του διεθνούς δικαίου. Για τις θεωρίες αυτές, τα παραδείγματα ευνομούμενων κρατών της Ευρώπης είναι άσχετα με την ελληνική εμπειρία.

Αυτός ο ιδιότυπος ελληνικός «εξαιρετισμός» εγγυάται τη στασιμότητα. Ένα πρόγραμμα προοδευτικής μεταρρύθμισης, αντίθετα, θα στηριζόταν σε μια εντελώς διαφορετική κοσμοαντίληψη, σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα δεν είναι μια εξαιρετική περίπτωση στην Ευρώπη ούτε είναι καταδικασμένη να είναι ουραγός. Η Ελλάδα δεν απειλείται από τον ανόητο δικτάτορα εξ Ανατολών, έχει πετύχει πολλά ακριβώς λόγω των προοδευτικών θεσμών της και του δυναμισμού της κοινωνίας της και παραμένει –παρά την οικονομική κρίση– μια ασφαλής χώρα, που μπορεί με αυτοπεποίθηση να συζητήσει ανοικτά για τις αδυναμίες και να σχεδιάσει ειρηνικά τις προοπτικές της. Δυστυχώς, σήμερα η ανασφαλής Ελλάδα έχει φτάσει να φοβάται ακόμα και μωρά που φτάνουν μέσα σε άθλιες βάρκες στις παραλίες μας. Μια φοβισμένη Ελλάδα, χωρίς αυτοσεβασμό και αυτοπεποίθηση δεν πρόκειται όμως ποτέ να κάνει σημαντικά βήματα για να βελτιώσει τους θεσμούς της ή για να ενταχθεί πιο αρμονικά στο διεθνές οικονομικό σύστημα. Ο φοβισμένος άνθρωπος κοιτάει πίσω του, όχι μπροστά του.

Αθήνα, 24 Αυγούστου 2021

 

[1]Jason Stanley, How Fascism Works: The Politics of Us and Them (New York: Random House, 2018) 93-108.

[2] Renaud Camus, Le Grand Remplacement (Plieux: Chez l'auteur, 2012).

[3] Bλ. Stanley, How Fascism Works, σ. 106-108.

Τα διλήμματα του Υψηλάντη και ο Πούσκιν

Τα διλήμματα του Υψηλάντη και ο Πούσκιν

Θεοδόσης Π. Τάσιος Παρεμβάσεις 30 Σεπτεμβρίου 2021

Επειδή η Ιστορία γράφεται εκ των κάτω, δηλαδή ως συνισταμένη των επιμέρους περιστατικών μιας εποχής (κι όχι με προκατασκευασμένες, τάχα επιστημονικές, ιδέες), σκόπιμο θα ήταν να ξαναμιλήσομε και για επεισόδια που δέν θεωρούνται τόσο κεντροβαρικά για την Εθνεγερσία. Επεισόδια τοπικώς μέν αποτυχημένα, αλλά με μεγάλη συμβολή στην καθολική επιτυχία της Επανάστασης. Κι ακόμη, επεισόδια που υποδεικνύουν πόσο διεθνικότερες συνιστώσες είχε η Ελληνική Επανάσταση, πολύ πρίν απ’ την εκ των υστέρων ευνοϊκή επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων. Προτείνω δηλαδή να αναμνησθούμε την τραγική μορφή του Αλεξάνδρου Υψηλάντη, και να αμφισβητήσομε την ενίοτε επικρατούσα περί αυτού αντίληψη, ως ενός ουτοπικού αριστοκράτη. Διότι, όπως αναγνώριζε ο αείμνηστος Κ. Σβολόπουλος (2010, σελ. 85), «η κρίση της ιστορίας, περισσότερο από αυστηρή, υπήρξε σκληρή για τον Αλέξανδρο Υψηλάντη».

Περισσότερα: Τα διλήμματα του Υψηλάντη και ο Πούσκιν
Το «ιερό χρέος» προς τους Αγωνιστές

Το «ιερό χρέος» προς τους Αγωνιστές

Αλέξανδρος Μακρής Παρεμβάσεις 29 Σεπτεμβρίου 2021

Η Επανάσταση του 1821, το γενέθλιο γεγονός του ελληνικού κράτους, είχε κάποιους αναμφίβολους πρωταγωνιστές: όσους πολέμησαν για την ευόδωσή της. Οι ευρύτατοι μηχανισμοί για την ανταμοιβή αυτών, η ένταξη των μέτρων αυτών στο διεθνές πλαίσιο καθώς και η επέκτασή τους στους εκάστοτε αγωνιστές κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα αποτελούν τα ζητήματα που πραγματεύεται το παρόν κείμενο.

Περισσότερα: Το «ιερό χρέος» προς τους Αγωνιστές
Γιατί είναι ασφαλή τα εμβόλια

Γιατί είναι ασφαλή τα εμβόλια

Γιώργος Καργιολάκης Παρεμβάσεις 29 Σεπτεμβρίου 2021

Το λογικό είναι να εμπιστευόμαστε την επιστήμη, γνωρίζοντας όχι τον επιστήμονα, δηλαδή συγκεκριμένα πρόσωπα, αλλά τις διαδικασίες, τον έλεγχο και την τεκμηρίωση. Είναι ο πρώτος λόγος για τον οποίο πρέπει να εμπιστευόμαστε στα εμβόλια.

Περισσότερα: Γιατί είναι ασφαλή τα εμβόλια
Από τον Φρανκενστάιν στην Κλάρα

Από τον Φρανκενστάιν στην Κλάρα

Αγγέλα Καστρινάκη Παρεμβάσεις 23 Σεπτεμβρίου 2021

Παρατηρήσεις για την Τεχνητή Νοημοσύνη στη σύγχρονη τέχνη

*

Περισσότερα: Από τον Φρανκενστάιν στην Κλάρα
 Τεχνητή νοημοσύνη και φιλοσοφία

 Τεχνητή νοημοσύνη και φιλοσοφία

Γιώργος Λ. Ευαγγελόπουλος Παρεμβάσεις 23 Σεπτεμβρίου 2021

Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να καταστεί συμβατή με τον άνθρωπο, παρά τις πρωτόγνωρες αλλαγές που αυτή προκαλεί στο σύστημα της παραγωγής, στη δομή της διακυβέρνησης αλλά και σε πολλές άλλες πλευρές της καθημερινότητάς μας. Ευελπιστώ ότι θα καταφέρουμε να αποφύγουμε την ανάπτυξη μιας υπερανθρώπινης τεχνητής νοημοσύνης (παρότι απ’ αυτή απέχουμε πολύ ακόμη, σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Δασκαλάκη), η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει υπαρξιακή απειλή για το είδος μας. 

Περισσότερα:  Τεχνητή νοημοσύνη και φιλοσοφία
Έντεκα αυτοί, έντεκα κι εσείς

Έντεκα αυτοί, έντεκα κι εσείς

Γιώργος Ζώταλης Παρεμβάσεις 22 Σεπτεμβρίου 2021

50 χρόνια από το Wembley. Με αφορμή μια επέτειο: ένα κείμενο από το τεύχος 120 του Books' Journal (Iούλιος 2020).

Περισσότερα: Έντεκα αυτοί, έντεκα κι εσείς
Εξουσία και ιδεολογία στα Συντάγματα του Αγώνα[1]

Εξουσία και ιδεολογία στα Συντάγματα του Αγώνα[1]

Νίκος Κ. Αλιβιζάτος Παρεμβάσεις 20 Ιουλίου 2021

Δεν σας βαραίνει καμιά κατάρα όπως [είναι] οι βασιλιάδες.

Δεν σας βαραίνει καμιά κατάρα όπως [είναι] οι  αριστοκράτες.

Ο νους σας δεν υποφέρει από την τυραννία των παπάδων.

Ο νους σας δεν υποφέρει από την τυραννία των δικηγόρων. 

Περισσότερα: Εξουσία και ιδεολογία στα Συντάγματα του Αγώνα[1]
Ο ορίζοντας της γραφής του Μισέλ Φάις

Ο ορίζοντας της γραφής του Μισέλ Φάις

Σταυρινή Ιωαννίδου Παρεμβάσεις 15 Ιουλίου 2021

Η ανέκδοτη ακαδημαϊκή κριτικογραφία (1996-2019) στο έργο του

Βραβευμένος με το βραβείο μυθιστορήματος του περιοδικού Αναγνώστης για την Ερευνήτρια, το τελευταίο του μυθιστόρημα, ο Μισέλ Φάις, συνεργάτης του Books' Journal, συμπληρώνει 27 χρόνια στη λογοτεχνία με πλούσιο έργο που, πλέον, απασχολεί συστηματικά και την ακαδημαϊκή κριτικογραφία. Η μελέτη που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο τεύχος 120, Ιούνιος 2021, της έντυπης έκδοσης του Books' Journal. 

Περισσότερα: Ο ορίζοντας της γραφής του Μισέλ Φάις
Ο ήλιος και η Ιστορία για τον Καμύ

Ο ήλιος και η Ιστορία για τον Καμύ

Μαρία Στεφανοπούλου Παρεμβάσεις 08 Ιουνίου 2021

Μια αναμέτρηση με την ευτυχία ή με το παράλογο; Αναδημοσίευση από το Books' Journal, τχ. #111, Σεπτέμβριος 2020, ενός κειμένου για έναν συγγραφέα πάντα επίκαιρο*

Περισσότερα: Ο ήλιος και η Ιστορία για τον Καμύ
Η ελευθερία του λόγου στο Διαδίκτυο

Η ελευθερία του λόγου στο Διαδίκτυο

Παναγιώτης Μαντζούφας Παρεμβάσεις 31 Μάι 2021

Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης: πεδία σύγκρουσης και πιθανοί κίνδυνοι[1]

Περισσότερα: Η ελευθερία του λόγου στο Διαδίκτυο
«Μη νομίζεις ότι είμαι αυτός που ήμουν πριν»   

«Μη νομίζεις ότι είμαι αυτός που ήμουν πριν»  

Στράτος Μυρογιάννης Παρεμβάσεις 24 Μάι 2021

Η διαμόρφωση της νεοελληνικής εθνικής ταυτότητας την εποχή του Διαφωτισμού

Περισσότερα: «Μη νομίζεις ότι είμαι αυτός που ήμουν πριν»  
Βιβλιοφιλία και βιβλιοθήκες

Βιβλιοφιλία και βιβλιοθήκες

Δημήτρης Δημητράκος Παρεμβάσεις 20 Μάι 2021

Ποιος βιβλιόφιλος δεν ένιωσε τον ενθουσιασμό, την έκπληξη, τη στιγμιαία θλίψη, ίσως και κάποια αίσθηση ματαιότητας όταν χρειάστηκε να αναδιοργανώσει τη βιβλιοθήκη του; Οποιαδήποτε αναδιάταξη κάνει κανείς είναι δημιουργική πράξη, η οποία όμως συνοδεύεται από  πολλές αρνήσεις και απορρίψεις. Είμαστε εμείς οι ίδιοι που αισθανόμαστε ότι ξαναγεννιόμαστε εν μέρει ή ότι απαρνιόμαστε κάποιο μέρος της προσωπικότητάς μας αν μεταφέρουμε πιο κοντά ή πιο μακριά ορισμένα βιβλία. Μεταφέρουμε βιώματα και όχι απλώς αντικείμενα: σε αυτό συνίσταται η μαγεία της αναδιάταξης μιας προσωπικής βιβλιοθήκης.

Αναπόφευκτα μου έρχεται στο νου το δοκίμιο του Βάλτερ Μπένγιαμιν για τη βιβλιοφιλία του. Ο βιβλιόφιλος, όπως και ο flâneur –ο περιφερόμενος περίεργος– είναι συχνά συλλέκτης σπανίων βιβλίων, αλλά και χρήστης τους. Γι’ αυτό και δίνει ιδιαίτερη σημασία στη βιβλιοθήκη του που είναι το γνωστικό του μουσείο και ο ιδιωτικός του πνευματικός χώρος. 

 

Μουσείο γνώσης

Η βιβλιοθήκη περιλαμβάνει ιδανικά όλη τη δυνατή γνώση, όπως η φανταστική βιβλιοθήκη της Νινευή που περιγράφει ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες σε ένα αφήγημά του. Είναι η προβολή της μνήμης μας μέσα σε έναν ιδιαίτερο χώρο που τον οργανώνουμε ανάλογα. Τα βιβλία κατατάσσονται με τρόπο που να διευκολύνεται η πρόσβασή μας σ’ αυτά. Και η τάξη που τους επιβάλλουμε είναι, κατά το δυνατόν, λογική. Όμως δεν είναι μόνο λογική. Η προσωπική βιβλιοθήκη του βιβλιόφιλου δεν έχει αυστηρά λογική τάξη. Εκφράζει την υποκειμενικότητά του, την οποία εκθέτει σε κοινή θέα εφόσον μπορούν και άλλοι να επισκέπτονται τη βιβλιοθήκη του· εφόσον, δηλαδή, δεν λειτουργεί η βιβλιοθήκη του μόνο ως προσωπικό του εργαστήριο, αλλά και ως προθήκη της πνευματικής του προσωπικότητας. 

Συγχρόνως, η βιβλιοθήκη του βιβλιόφιλου είναι χώρος με μεγάλη συναισθηματική φόρτιση για τον ίδιο. Τα βιβλία δεν περιέχουν μόνο γνώση, αλλά και μνήμες που συνδέονται με την προσωπική διανοητική ιστορία του καθενός. Η θέα τους και η αφή τους μας θυμίζουν εξάρσεις καθώς και απογοητεύσεις που νιώσαμε στο παρελθόν, πρόσωπα με τα οποία συνδεθήκαμε κατά καιρούς. Γι’ αυτό ορισμένα βιβλία που είναι χωμένα σε αόρατα σημεία της βιβλιοθήκης μας αποκτούν μια ιδιαίτερη συναισθηματική φόρτιση όταν μετά από καιρό τα ανακαλύπτουμε πάλι – συχνά ψάχνοντας  κάποιο άλλο βιβλίο. Μπορεί να μην έχει  πια παρά ελάχιστο  ενδιαφέρον για εμάς το περιεχόμενό τους. Μαρτυρούν ενδεχομένως παλιές μας θεωρητικές «αμαρτίες», στιγμιαίες περιέργειες που είχαμε πριν ωριμάσει η προσωπικότητά μας και κατασταλάξει σε ορισμένες προτιμήσεις ή σε συγκεκριμένα πεδία ενδιαφέροντος. Ο βιβλιόφιλος ανακαλύπτει τα βιβλία αυτά πολύ αργότερα και αποτελούν ενθυμήματα παλιών εμπειριών, και ως εκ τούτου «κειμήλια».

 

Ο Καιάδας

Όλοι οι βιβλιόφιλοι έχουν την εμπειρία τέτοιων ανακαλύψεων. Πρόκειται για αντικείμενα που γλίτωσαν τον Καιάδα. Καιάδας είναι εκεί όπου πηγαίνουν πολλά βιβλία μας που εξαφανίζονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Στη συντήρηση του Καιάδα συμβάλλουν οι διαδοχικές μετακομίσεις, οι λαθροχειρίες φίλων (συνήθως υπό το πρόσχημα δανείου), η λαιμαργία των ποντικών, η απληστία συζύγων όταν χωρίζουν. Όμως, για τον Καιάδα ευθύνεται και η αντι-βιβλιοφιλία που διαθέτει ο καθένας από εμάς παράλληλα με τη βιβλιοφιλία του. Ρίχνουμε στον Καιάδα συνειδητά πολλά βιβλία, η παρουσία των οποίων στη βιβλιοθήκη μας είναι για εμάς οχληρή. Πετάμε, χαρίζουμε, καταχωνιάζουμε πλήθος βιβλίων που δεν μας εμπνέουν ή δεν μας αντιπροσωπεύουν πια. Με αυτόν τον τρόπο απαρνιόμαστε για πάντα τις πνευματικές περιέργειες του παρελθόντος και ορισμένες φάσεις της ζωής μας, ορισμένες από παλιές μας πνευματικές παρορμήσεις.

Αυτό βέβαια δεν γίνεται ποτέ με συνέπεια, ακόμα και όταν αλλάξουμε ριζικά τους φιλοσοφικούς και ιδεολογικούς μας ορίζοντες. Άλλωστε, ο βιβλιόφιλος είναι ένα λογικά ασυνεπές άτομο που προσπαθεί να δείξει συνέπεια  –στους άλλους, και στον εαυτό του– μέσα από την τάξη που βάζει στη βιβλιοθήκη του. 

Φυσικά, ματαιοπονεί. Όπως ματαιοπονεί αυτός που προσπαθεί να βρει έναν άρρητο αριθμό που να  μπορεί να εκφραστεί ως κλάσμα δύο ακεραίων. Αν ο βιβλιόφιλος  ήταν απόλυτα συνεπής δεν θα ήταν βιβλιόφιλος. Δεν θα δίσταζε να εφαρμόσει κάποιο πρόγραμμα βιβλιακής κάθαρσης, ολοσχερούς καταστροφής μάζας βιβλίων – κατά το πρότυπο του κινέζου αυτοκράτορα Τσιν Σι Χουάνγκ το 213 π.Χ. και των μεταγενεστέρων μιμητών του στη ναζιστική Γερμανία και στην Κίνα του Μάο. 

Όσο, όμως, και αν αποστρέφεται κανείς τέτοιες ενέργειες, σποραδικές εκκαθαρίσεις γίνονται από όλους μας. Δεν εξαφάνισα τη σειρά των Απάντων του Μαρξ ή του Λένιν, παρά το γεγονός ότι η ανάγκη να προσφεύγω στα έργα αυτά είναι εδώ και χρόνια πολύ μειωμένη σε σύγκριση με άλλες εποχές της ζωής μου. Αλλά το δρόμο προς τον Καιάδα πήραν πολλά άλλα, που ανήκουν στο ίδιο ιδεολογικό στρατόπεδο και που αποκτήθηκαν την ίδια εκείνη εποχή. Ορισμένα «στρατιωτικά κείμενα» του Χο Τσι Μιν, κάτι περισπούδαστες μελέτες του Λουί Αλτουσέρ πάνω στη δικτατορία του προλεταριάτου και το 22ο Συνέδριο του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, κάποια  παλιά τεύχη του περιοδικού Il Manifesto, καθώς και ένα ογκώδες αυτοβιογραφικό πόνημα του Βασίλη Μπαρτζιώτα, και άλλα πολλά παραπλήσια, έχουν εξαφανιστεί ασπλάγχνως και αμετακλήτως. 

 

Βιβλιοθήκη και ατομική πνευματική διαδρομή

Τελικά, η ανακατάταξη των βιβλίων της βιβλιοθήκης μας μας προσφέρει τη δυνατότητα να παρακολουθήσουμε την πνευματική μας πορεία. Παρακολουθώντας τη μέσα από την αναταξινόμηση των βιβλίων, πραγματοποιεί κανείς έναν απολογισμό. Και ένας απολογισμός περιέχει πάντα το στοιχείο της θλίψης, ακόμα και αν είναι θετικός. Από έναν τέτοιο απολογισμό μιας πνευματικής πορείας δεν λείπουν και οι εκπλήξεις. Παράδειγμα, η πρόσφατη ανακάλυψη που έκανα ενός πολυγραφημένου κειμένου φοιτητικών χρόνων: Nicolas Ar. Poulantzas, La renaissance du droit naturel en Allemagne, με ιδιαίτερη αφιέρωση στον γράφοντα «σε ένδειξη πίστης στους κοινούς αγώνες». Είναι μια εντελώς αναπάντεχη ανακάλυψη. Ούτε θυμόμουν ότι μου είχε χαρίσει κείμενο με το προδιδακτορικό του μνημόνιο ο Πουλαντζάς. Για να μην παρεξηγηθώ: η αφιέρωση είναι περιπαιχτική. Τον καιρό εκείνο δεν συμμεριζόμουν τις ιδέες του και δεν είχαμε, επομένως, «κοινούς αγώνες».

Καμία χρησιμότητα δεν έχει αυτό το «κομμάτι» για εμένα. Οι ιδέες που περιέχει δεν έχουν τίποτα το κοινό με αυτές που έχω σήμερα. Ακόμα πιο απομακρυσμένες είναι και από εκείνες που ο Πουλαντζάς διατύπωσε στην ωριμότητά του. Επιπλέον, δεν είμαι ανορθολογικά και φετιχιστικά δεμένος με το κείμενο αυτό. Δεν το καταστρέφω ακριβώς λόγω της μεγάλης απόστασης που με χωρίζει από αυτά που ιδεολογικά και ιστορικά αντιπροσωπεύει. Η ανάγκη διατήρησης ενός τέτοιου κειμηλίου είναι απολύτως ορθολογική. Είναι το αποστασιοποιημένο, το ιστορικοποιημένο και ορθολογικοποιημένο παρελθόν για το οποίο μιλούσε ο Aντόνιο Γκράμσι. Το άτομο ή το κοινωνικό σύνολο που έχει ωριμάσει και έχει  συμφιλιωθεί με το παρελθόν του, που έχει κάνει τον απολογισμό, που αναγνωρίζει όλα τα στοιχεία τα οποία συνέργησαν για να σχηματιστεί και να επικρατήσει αυτό που σήμερα βιώνεται ως οριστικό καταστάλαγμα, αντιλαμβάνεται τη σημασία της μουσειακής συντήρησης αυτών των στοιχείων που απομένουν. Στο κάτω κάτω, αυτό το βίωμα είναι το υποκειμενικό μέτρο μιας συγκεφαλαίωσης παραστάσεων, ενός αθροίσματος που εκφράζει η βιβλιοθήκη ως χώρος. Έτσι εξηγείται η «ιερότητα» με την οποία περιβάλλουμε τον χώρο αυτό. Γι’ αυτό και ο χώρος αυτός αποτελεί μια τάξη η οποία, όπως είπα,  δεν είναι απολύτως λογική. Είναι δικός μας χώρος του οποίου την οργάνωση και την αναδιοργάνωση μπορούμε μόνο εμείς να αναλάβουμε. Τα κριτήρια ταξινόμησης είναι προσωπικά και μεικτά, διότι είναι ταυτοχρόνως λογικά, συναισθηματικά, αισθητικά και πρακτικά. 

 

Άσκηση ταπεινοφροσύνης

Η αναδιανομή των βιβλίων στη βιβλιοθήκη μας που γίνεται πού και πού, είναι μια εξαιρετικά ταπεινωτική και, επομένως, διδακτική εμπειρία, στον βαθμό που η ταπεινοφροσύνη είναι αναγκαία προϋπόθεση για την απόκτηση γνώσης· συγχρόνως, αποτελεί και αποτελεσματικό αντίδοτο κατά της μεγαλομανίας, που είναι, ως γνωστόν, ενδημική νόσος των διανοουμένων και των πολιτικών. Η ταπείνωση συνίσταται, κυρίως, στο γεγονός ότι δεν επιβάλλεται τελικά η τάξη που θέλουμε. Προσπαθούμε να συνδυάσουμε θέματα και συγγραφείς έργων με σχήματα και μεγέθη βιβλίων, τα οποία με τη σειρά τους πρέπει να ταιριάζουν και με τα μεγέθη ραφιών – σε βάθος, πλάτος και ύψος. Οδηγούμαστε, έτσι, σε συμβιβασμούς οι οποίοι είναι άκρως ταπεινωτικοί. Αναγκάζεσαι να βάλεις έναν γεωγραφικό άτλαντα δίπλα σε ένα βιβλίο αφιερωμένο στον Γκρέκο, μόνο και μόνο επειδή τα μεγέθη τους ταιριάζουν, ενώ ένα βιβλιαράκι για τον εξπρεσιονισμό στον γερμανικό κινηματογράφο εισχωρεί ως μη έδει θεματολογικώς ανάμεσα σε ένα μικρό κλασικό του Τόμας Πέιν και ένα του Τζον Λοκ, διότι «ξέμεινε», κατά κάποιον ανεξήγητο τρόπο.

Η εμπειρία ταπείνωσης, όμως, δεν συνίσταται μόνο σε τέτοιους  συμβιβασμούς, αλλά κυρίως στην ανακάλυψη τεκμηρίων μιας τεθλασμένης πνευματικής διαδρομής. Δεν συνειδητοποιούμε την ύπαρξη και το μέγεθός της, παρά μόνο όταν αποφασίζουμε να αναδιοργανώσουμε τη βιβλιοθήκη μας. Αν μας ταλαιπωρεί η σκόνη και ο βήχας, οι αλλεπάλληλες κατατάξεις και ανακατατάξεις των ατέλειωτων τόμων, οι ακροβασίες, τα ανεβοκατεβάσματα που περιλαμβάνονται στο σισύφειο αυτό έργο, μας ταράζει και μας ταπεινώνει η ανακάλυψη του ιστορικού της πορείας μας. Διότι η πορεία αυτή δεν είναι ευθύγραμμη· είναι άτσαλη και ανώμαλη, όπως το στραβό ξύλο της ανθρωπότητας, κατά την έκφραση του Καντ.  

Ποιος είναι, όμως, ο λόγος γι’ αυτό το συναίσθημα ταπείνωσης που αισθανόμαστε μπροστά στη βιβλιοθήκη μας, τις σπάνιες φορές που τη βλέπουμε σαν σύνολο, σαν καθρέφτη του πνεύματός μας, και ανακαλύπτουμε τα ίχνη περασμένων μας επαφών με άλλες «ηπείρους» γνώσης, άλλα ενδιαφέροντα, με περασμένες πνευματικές ενασχολήσεις;  Αν είχαμε τον τρόπο να δούμε πανοραμικά την εξέλιξη στις άλλες μας προτιμήσεις, ίσως στο φαγητό ή στις ανθρώπινες γνωριμίες, θα είχαμε την ίδια αντίδραση; Ίσως. Αλλά νομίζω ότι με τα βιβλία συμβαίνει κάτι διαφορετικό. Ο πνευματικός άνθρωπος ταυτίζεται πιο άμεσα με τις ιδέες που έχει τώρα, θεωρεί ότι τον συγκροτούν ως προσωπικότητα περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο του ενδιαφέρον. Αυτή η προσωπικότητα έχει αυστηρές απαιτήσεις. Η αυστηρότερη απαίτησή της είναι από τη βιβλιοθήκη, εφόσον τη θεωρεί μουσειακή μαρτυρία μιας ανασυγκροτημένης πνευματικής πορείας. Και ο βιβλιόφιλος που αναλαμβάνει να εκφράσει την πορεία αυτή –ή το καταστάλαγμά της– δεν μπορεί ποτέ να φέρει εις πέρας την αποστολή του. Και εύλογα καταλαμβάνεται από αίσθημα ήττας και ταπείνωσης όταν συνειδητοποιεί την αποτυχία του αυτή, τη στιγμή που ξαναστήνει τα βιβλία του.

 

Η βιβλιοθήκη του «άλλου»

Αναρωτιόμουν αν είναι δυνατόν να αποφύγει κανείς αυτό το συναίσθημα. Ένας ιδανικός τρόπος θα ήταν να αναλάμβανε κάποιος άλλος να κάνει αυτή τη δουλειά στη θέση μου. Βέβαια, θα  πρέπει να ήταν κάποιο προσφιλές σε εμένα πρόσωπο. Όχι κάποιος άγνωστος ή ένας επιστημονικός βιβλιονόμος. Εφόσον η οργάνωση μιας προσωπικής βιβλιοθήκης είναι μια άκρως υποκειμενική υπόθεση, αν το ενδιαφερόμενο υποκείμενο εξουθενώνεται μπρος στο έργο αυτό, μόνο ένα πρόσωπο πολύ κοντινό του μπορεί να αναλάβει τη διεκπεραίωση ενός τέτοιου έργου με τρόπο, επίσης, υποκειμενικό. Από την άλλη μεριά, ακόμα και αν μπορούσε κάποιο άλλο πρόσωπο να αναδιοργανώσει, να ανασυγκροτήσει τη βιβλιοθήκη με κριτήρια που να είναι δικά μου εξ ολοκλήρου, δεν θα μπορούσα εγώ να βιώσω αυτή την ανασυγκρότηση – να ανακαλύψω τον εαυτό μου μέσα απ’ αυτό το βίωμα. 

Μπορώ, όμως, να κάνω το αντίστροφο: να προβώ εγώ ο ίδιος σε αυτό το εγχείρημα της ανακατάταξης των βιβλίων της συντρόφου της ζωής μου. Να ανακαλύψω τον εαυτό μου επιστρατεύοντας όλη μου τη δύναμη ενσυναίσθησης και να τακτοποιήσω τη βιβλιοθήκη της, όχι με τα δικά μου αλλά με τα δικά της κριτήρια. 

Όσο δύσκολο κι αν είναι αυτό το έργο, θα ήταν ένας τρόπος να εκφράσω την αφοσίωσή μου για το γεγονός ότι η παρουσία της πλάι μου με βοήθησε ποικιλοτρόπως. Είναι κι αυτό ένα αντίδοτο στον πειρασμό της σοβαροφάνειας που μπορεί να έχει μια ακαδημαϊκή προσωπικότητα. Μια τέτοια άσκηση μπορεί να συμβάλει στην υπέρβαση του φόβου που μπορεί να έχει ο καθένας από εμάς μήπως χάσει πολύτιμο χρόνο, αξιοπρέπεια ή πνευματική δύναμη. Τέτοιοι φόβοι συνυφαίνονται με την υπεροψία και την ανοησία του πολυπράγμονος. Ένας τρόπος να ξεπεράσει κανείς τέτοιους φόβους αποτελεί η τακτοποίηση μιας βιβλιοθήκης. Διότι η εμπειρία αυτή, όπως και εκείνη της απόκτησης της γνώσης, είναι μια άσκηση ταπεινοφροσύνης. Αρχίζει, δηλαδή, και τελειώνει με πνεύμα ταπεινότητας και με δέος μπρος στο ελάχιστο που μας δίνεται να μάθουμε και το άπειρο που παραμένει ανεξιχνίαστο. Κατά μείζονα λόγο, αυτό ισχύει για τη βιβλιοθήκη κάποιου άλλου. Αρκεί να έχει κανείς τη θέληση και τη δυνατότητα να περάσει από μια τέτοια δοκιμασία. Και είναι δοκιμασία από τη στιγμή που προϋποθέτει την πραγματοποίηση μιας κοπιαστικής πορείας σε έδαφος που είναι γνώριμο, αλλά που περιέχει άπειρες παγίδες, και εκτάσεις αχαρτογράφητες. 

Στην προκειμένη περίπτωση, τα πράγματα δυσχεραίνουν λόγω της δικής μου έλλειψης γερμανικής παιδείας. Και η βιβλιοθήκη της συμβίας μου κυριολεκτικά γερμανοκρατείται. Βέβαια, είμαι σε θέση να διακρίνω ένα λογοτεχνικό από ένα ιστορικό έργο, ή να αναγνωρίσω τη γερμανική μετάφραση της Καινής Διαθήκης ή έναν τόμο με ιστορίες επιστημονικής φαντασίας. Δεν μπορώ, όμως, να ξέρω αν αυτός ο τόμος ταιριάζει δίπλα σε άλλα κλασικά λογοτεχνικά έργα του 20ού αιώνα  ή πού πρέπει να τοποθετηθεί εκείνο το λεξιλόγιο ψυχανάλυσης σε μικρό σχήμα: στην προθήκη, για να βρίσκεται πρόχειρο ή μήπως αποτελεί κατάλοιπο φοιτητικών αναζητήσεων οπότε η θέση που του ανήκει είναι κάπου στα βάθη της βιβλιοθήκης;  Άλλο πρόβλημα είναι η φυσιολογική ακαταστασία του υλικού που μαζεύει κανείς και που δεν αποτελείται ακριβώς από βιβλία με την πλήρη έννοια της λέξης. Είναι ο κακός δαίμονας των βιβλιοθηκών· έχει τη μορφή ενός ακανόνιστου continuum, που αρχίζει από «βιβλιαράκια», εξελίσσεται σε φυλλάδια, προχωρεί σε καταλόγους εκθέσεων που ποικίλουν ανάμεσα σε 200 σελίδες μεγάλου μεγέθους και 20 σελίδες μεσαίου ή μικρού μεγέθους, για να καταλήξει σε έντυπα οκτασέλιδα, σκίτσα, πλάνα, μικρογραφίες αφισών και άλλα ακατανόητα ντοκουμέντα που προκαλούν δέος στους μη μυημένους. 

 

Το μυστήριο

Αισθάνομαι το Άγνωστο να με απειλεί και να με κυκλώνει με τευτονική μεθοδικότητα. Για να το αντιμετωπίσω πρέπει να επιστρατεύσω όση φαντασία και φρόνηση διαθέτω. Βέβαια, η δική μου τάξη ξέρω καλά ότι δεν θα γίνει ποτέ αποδεκτή. Ποια είναι, άραγε, η κεντρική αρχή που δίνει ενότητα στο αρχείο μιας ιστορικού τέχνης, η οποία έχει πολλαπλά άλλα ενδιαφέροντα; Είπαμε, όμως, ότι τέτοια αρχή δεν υπάρχει, και εις μάτην αναζητείται. Μήπως θα έπρεπε η προσέγγισή μου να ανταποκρίνεται σε κάποια αισθητική και όχι διανοητική αντίληψη; Πάλι, όμως, θα πρέπει με τη νόηση να συλληφθεί αυτή η αντίληψη.

Δεν είναι, όμως, μόνο η ανάγκη εύρεσης λογικών και αισθητικών κριτηρίων που δημιουργεί φραγμούς στην προσπάθεια οργάνωσης της βιβλιοθήκης ενός άλλου, ακόμα και κοντινού προσώπου. Είναι το ίδιο το νόημα που έχει το βιβλίο ως αντικείμενο σε διαφορετικά χέρια. Περιεργάζομαι ένα βιβλίο μεσαίου μεγέθους που τυχαία βρέθηκε μπροστά μου. Πρόκειται για μια συλλογή δοκιμίων της Σούζαν Σόνταγκ του 1980. Το αντικείμενο δεν έχει φθαρεί με τον χρόνο, αλλά έχει τη γνώριμη πατίνα του διαβασμένου βιβλίου. Η συμβία μου πρέπει να το έχει χρησιμοποιήσει πολλές φορές, ακόμα κι αν δεν το ανέγνωσε από την αρχή ώς το τέλος. Ανέπτυξε μαζί του μια ιδιαίτερη σχέση που δεν είναι μόνο πνευματική, αλλά και υλική, η παρουσία της οποίας είναι ολοφάνερη στον βιβλιόφιλο μόλις το πάρει στα χέρια του. Αυτή η ιδιαίτερη σχέση μεταξύ τους, μπορεί να ανήκει στο παρελθόν, όμως εξακολουθεί να είναι αισθητή και μου είναι ξένη, σχεδόν εχθρική. Αντιπροσωπεύει μια εμπειρία που δεν μπορώ να συλλάβω, έναν κόσμο μυστικό στον οποίο δεν μπορώ να εισχωρήσω. Αντιστέκεται σθεναρά στην προσπάθειά μου να το κατατάξω σε μια «σωστή» σειρά. Το ξαναβάζω στη θέση του και συνεχίζω την αναδιοργάνωση, όμως νοερώς. 

Πρέπει να ανακαλύψω το δικό μου σχέδιο ανασυγκρότησης της βιβλιοθήκης της συντρόφου μου, χωρίς μεγάλη αισιοδοξία για την επιτυχία της προσπάθειάς μου. Αλλά, όπως έλεγε ο Γουλιέλμος ο Σιωπηλός, δεν είναι αναγκαίο να ελπίζει κανείς για να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, ούτε να έχει επιτυχίες για να επιμένει στις προσπάθειές του. Αυτό ισχύει ιδίως όταν ο στόχος μιας τέτοιας προσπάθειας εκ μέρους οποιουδήποτε, παράλληλα με την ανακάλυψη του εαυτού του, είναι και η ανακάλυψη των απαιτήσεων που επιβάλλει ο έρωτας για το βιβλίο και για τη βιβλιοθήκη που το στεγάζει. Ο έρωτας αυτός μπορεί να είναι και παράφορος· μπορεί και να ξεπεράσει τα αισθήματα που τρέφει κανείς για το έτερόν του ήμισυ. Το αν πράγματι το ξεπερνάει, μπορεί να το αντιληφθεί μόνο αν παραβγούν μεταξύ τους τα δύο συναισθήματα. Σε ένα τέτοιο πείραμα, ο βιβλιόφιλος μπορεί να πέσει στον τίμιο αγώνα του. Η πτώση του, σε τέτοια περίπτωση, θα είναι αντάξια σε τιμή με εκείνη των βιβλιόφιλων περασμένων αιώνων που εκπλήρωσαν τον προορισμό τους πέφτοντας από τη σκάλα της βιβλιοθήκης τους και πληρώνοντας με τη ζωή τους την αγάπη τους για τα βιβλία και, κυρίως, το πάθος για τη δική τους προσωπική βιβλιοθήκη.

Τελικά μπόρεσα και πέτυχα το έργο της ανασυγκρότησης της βιβλιοθήκης της συμβίας μου, με τα δικά της και όχι με τα δικά μου κριτήρια! Αυτό το κατάφερα κάνοντας την παραδοχή ότι το ενοποιητικό στοιχείο της τάξης των βιβλίων της βρίσκεται σε ένα φανταστικό «χάρτη». Ο «χάρτης» αυτός είναι κρυμμένος. Αλλά συγκροτείται από το σύνολο των βιβλίων της βιβλιοθήκης. Η ίδια η πληρότητά τους αποτελεί τον «χάρτη» αυτόν. Δεν έχω παρά να τα πάρω ένα ένα για να διαπιστώσω ότι πράγματι βρίσκονται στη σωστή τους θέση. Αυτό ακριβώς έκανα. Μπόρεσα έτσι να ολοκληρώσω νοερώς την τακτοποίηση της βιβλιοθήκης της. Διαπίστωσα με μεγάλη ικανοποίηση ότι κάθε τόμος, κάθε περιοδικό ή άλλο ντοκουμέντο ήταν και θα παραμείνει στη θέση του, με εξαίρεση εκείνα που κατά καιρούς η κάτοχός τους θα επιλέξει να μετακινήσει.

Έτσι έλυσα, όμως, το πρόβλημα της τακτοποίησης της βιβλιοθήκης του «άλλου» – όχι της δικής μου. Αυτή παραμένει ένα μεγάλο μυστήριο που διαρκεί. Αφήνει να διαφαίνεται ένα σύνολο πνευματικών αναζητήσεων. Σε μεγάλο βαθμό καλύπτει ή παραλείπει ένα αδιόρατο υπόλοιπο, πέρα από το σύνολο που εμφανίζει η βιβλιοθήκη. Είναι εντελώς αβέβαιη η φύση και η σύνθεση αυτού του υπολοίπου. Όπως αβέβαιο είναι και αν η σημασία του είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη του συνόλου. Το μόνο βέβαιο για μένα –όπως και για κάθε βιβλιόφιλο– είναι η διάρκεια της ελκτικής δύναμης που ασκεί πάνω μου το βιβλίο και κυρίως το οργανωμένο σύνολο των βιβλίων μου – η βιβλιοθήκη μου.  

 

Εθνική Αυτογνωσία η Επιτακτική Διερεύνηση του 2015

Εθνική Αυτογνωσία η Επιτακτική Διερεύνηση του 2015

Βασίλης Καπετανγιάννης Παρεμβάσεις 10 Μάι 2021

Το εφιαλτικό πρώτο εξάμηνο του 2015 των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ απαιτεί διερεύνηση - επειδή πρέπει να καταλογιστούν οι ευθύνες και οι πολίτες πρέπει να ξέρουν. Αναδημοσίευση από το Books' Journal, #118, Απρίλιος 2021.

Περισσότερα: Εθνική Αυτογνωσία η Επιτακτική Διερεύνηση του 2015
Γενάρχης της εθνικής ποιήσεως

Γενάρχης της εθνικής ποιήσεως

Αφροδίτη Αθανασοπούλου Παρεμβάσεις 30 Απριλίου 2021

Μιμήσεις και μεταποιήσεις του Ύμνου εις την Ελευθερίαν  του Διονυσίου Σολωμού στην ποίηση των Αθηναίων Ρομαντικών*

Περισσότερα: Γενάρχης της εθνικής ποιήσεως

Σελίδα 17 από 30

  • 12
  • 13
  • 14
  • 15
  • 16
  • 17
  • 18
  • 19
  • 20
  • 21

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΕΥΧΟΣ

  • Τεύχος 175

Editorial

Περί ευθυνών

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Όταν η κοινωνία αρνείται να κοιταχτεί στον καθρέφτη

Si vis pacem…[1]

Χρύσα Σπηλιώτη: ζωή πριν απ’ το θάνατο

Οι αποσυνάγωγοι της Ιστορίας

Orthobros

Δημοφιλέστερα

Ο Σεφέρης του Ρόδη Ρούφου

«Στενό παραθυράκι»

Ποιοι είμαστε

Το πιο τίμιο, η φωνή του. Ο Κ. Θ. Δημαράς στο ραδιόφωνο    

O K.Θ. Δημαράς και οι νεοελληνικές έρευνες

Το δημοτικό τραγούδι ως ποίηση σήμερα

Video

The Books' Journal

Ηλίας Κανέλλης & ΣΙΑ ΕΕ

Nικοτσάρα 1, 11471, Aθήνα,

Tηλ./Fax: 210 6450006

info@booksjournal.gr

Ασφάλεια Συναλλαγών

© 2026 The Books' Journal | Created by Kokonut Web Services

Newsletter

Θέλετε να λαμβάνετε τα νέα μας;

Ταυτότητα

Το Books' Journal είναι μια απολύτως ανεξάρτητη επιθεώρηση με κείμενα παρεμβάσεων, αναλύσεις, κριτικές και ιστορίες, γραμμένα από τους κατά τεκμήριον ειδικούς. Καθηγητές πανεπιστημίου, δημοσιογράφους, συγγραφείς και επιστήμονες με αρμοδιότητα το θέμα με το οποίο καταπιάνονται.

Συνεχίστε...

  • Αρχική
  • Editorials
  • Κριτικές
    • Κοινωνία
    • Ιστορία
    • Λογοτεχνία
    • Θετικές Επιστήμες
    • Φιλοσοφία
    • Ποίηση
    • Γλώσσα
    • Comics
    • Πολιτική
  • Ποιήματα
  • Πεζογραφία
  • Διάλογος
  • Παρεμβάσεις
  • Συνεντεύξεις
  • Στήλες
    • Γλωσσίδια
    • Μικροϊστορίες
    • Τελευταια Έξοδος
    • Συμπτώσεις
    • Διπλά Βιβλία
    • Ομηρικά
    • Duck Soup
    • Εις Μνήμην
    • Λόγια Της Πλώρης
    • Ημερολόγιο Γεφύρας
    • Αλφαβητάριο
    • Ημερολόγιο Πανδημίας
    • Πήρα το γράμμα σου
  • Blog
  • Τεύχη
  • Συνδρομές