Φέτος συμπληρώνονται 220 χρόνια από την έκδοση της Ελληνικής Νομαρχίας, του «σπουδαιοτέρου μνημείου πολιτικής θεωρίας του νεοελληνικού Διαφωτισμού», σύμφωνα με τον Πασχάλη Μ. Κιτρομηλίδη.[1] Το έργο, το οποίο σώζεται σε ελάχιστα αντίτυπα, επανεκδόθηκε στα μέσα του 20ού αιώνα από τον Ν. Β. Τωμαδάκη και, λίγο αργότερα, από τον Κώστα Βαλέτα, σε συγκρουσιακό κλίμα τόσο για την εκδοτική πρωτιά, όσο και για την ερμηνεία του.[2] Έκτοτε το έργο γνώρισε δεκάδες επανεκδόσεις, οι οποίες αναπαράγουν λιγότερο ή περισσότερο πιστά τα κείμενα που παρέδωσαν οι Τωμαδάκης και Βαλέτας. To 1976 η Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος προχώρησε στη φωτοτυπική επανέκδοση της Νομαρχίας και έτσι διευκολύνθηκε η επαφή των ερευνητών με το πρωτότυπο. Για το έργο γράφτηκαν πολλά. Ειδικά για την πατρότητα του προεπαναστατικού εντύπου σημειώθηκαν, από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα, πολλές θεωρίες. Οι υποθέσεις αυτές, ιδίως οι πλέον παράδοξες, αποτελούν ενδιαφέρον υλικό για τις κοινωνικές και πολιτικές διακυβεύσεις της εποχής κατά την οποία γράφτηκαν. Δεν θα ξετυλίξω, όμως, αυτό το κουβάρι. Στο πλαίσιο της επιστημονικής συζήτησης, θα θέσω το ερώτημα από την αρχή και θα σκιαγραφήσω μια ερευνητική κατεύθυνση με βάση στοιχεία που προέκυψαν από μακροχρόνιες έρευνές μου. Ποιος έγραψε την Ελληνική Νομαρχία;
Κριτικές
Νίκος Σ. Κανελλόπουλος - Νίκος Φ. Τόμπρος, Η τραγική ιστορία των Ελλήνων αιχμαλώτων στη Μικρά Ασία, 1919-1924, Μίνωας, Αθήνα 2024, 304 σελ.
Η ήττα των ελληνικών δυνάμεων στη Μικρά Ασία από τις δυνάμεις του Κεμάλ και η Μικρασιατική Καταστροφή, εκτός των άλλων, σήμαινε και την αιχμαλωσία μεγάλου αριθμού ελλήνων στρατιωτών. Οι συνθήκες της αιχμαλωσίας ήταν οδυνηρές και για ορισμένους η ανάμνηση αυτή παρέμενε δυσβάσταχτη, όπως για τον Ι. Βερνάρδο, ο οποίος έγραφε, το 1930, ότι «το να καθίσω να περιγράψω με λεπτομέρειες τους εξευτελισμούς και τα βασανιστήρια που υποφέραμε […] μου κοστίζει πολύ και τ’ αφήνω». Ένα βιβλίο για τους αιχμαλώτους στη Μικρά Ασία είναι, πριν απ’ όλα, μια μαρτυρία ήττας και αλλοτρίωσης. [ΤΒJ]
Γιώργος Γιαννικόπουλος, Σοφία ντε Μαρβουά, Δουκέσσα της Πλακεντίας. Η μυθιστορηματική βιογραφία της σπουδαίας Γαλλίδας φιλελληνίδας, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2025, 408 σελ.
Έχουν περάσει εκατό χρόνια από την έκδοση της βιογραφίας της Δούκισσας της Πλακεντίας από τον Δημήτρη Καμπούρογλου και, έκτοτε, έχουν γραφεί πολλά γι’ αυτήν, άλλοτε με μυθιστορηματικό πνεύμα και άλλοτε τεκμηριωμένα. Και έρχεται σήμερα ο Γιώργος Γιαννικόπουλος να μας προσφέρει μια νέα, απολύτως τεκμηριωμένη και εμπλουτισμένη βιογραφία της, που διαβάζεται σαν μυθιστόρημα. [1]
Λουίς Μπουνιουέλ, Η τελευταία μου πνοή, μετάφραση από τα γαλλικά: Θάνος Σαμαρτζής, Δώμα, Αθήνα 2024, 392 σελ.
Ο Λουίς Μπουνιουέλ (1900-1983), σπουδαίος σκηνοθέτης του κινηματογράφου με καταγωγή από την Ισπανία, έζησε τη μεγάλη περιπέτεια του εικοστού αιώνα από απόσταση. Απέναντι στον Φράνκο (απέναντι και στον στενό φίλο του τα νεανικά χρόνια, Σαλβαδόρ Νταλί), απέφυγε τη μαρξιστική στράτευση, όπως άλλωστε και κάθε στράτευση. Ο κινηματογραφικός αναρχισμός του οφείλεται πρωτίστως στα βιώματά του, φιλτραρισμένα μέσα από τον σουρεαλισμό. Η αυτοβιογραφία του, που επανακυκλοφορεί σε νέα μετάφραση, δίνει τα κλειδιά για να διαβάσει κανείς τη ζωή του – και ένα από τα κλειδιά αυτά οδηγεί στην πρόσληψη της θρησκευτικής λατρείας στην παιδική του ηλικία: το μυστήριο της σχέσης του με το θείο, που στον κινηματογράφο του ήταν στοιχείο ανατροπής, του υπαγόρευσε ουσιαστικά το σκοτεινό βάθος των αναζητήσεών του. [ΤΒJ]
Michael Frank, Εκατό Σάββατα. Η Στέλλα Λεβή κι η αναζήτηση ενός χαμένου κόσμου, μετάφραση από τα αγγλικά: Σπύρος Κουλούρης, Ίκαρος, Αθήνα 2025, 382 σελ.
Ονομάζεται Στέλλα Λεβή. Γεννήθηκε στη Ρόδο, πέρασε από το Άουσβιτς και επέζησε, έγινε πετυχημένη επιχειρηματίας στη Νέα Υόρκη. Ήδη το 1947, με εγχείρηση, αφαίρεσε από το χέρι της τον αριθμό που είχε στο στρατόπεδο. Όμως, έπειτα από μια επίσκεψη στο σπίτι της του συγγραφέα Μάικλ Φρανκ, δέχτηκε να του αφηγηθεί όλη της τη ζωή, από τα παιδικά της χρόνια μέχρι σήμερα. Για περισσότερα από έξι χρόνια, συναντιούνταν και μιλούσαν, κάθε Σάββατο.
Γεώργιος Διον. Πουκαμισάς, Το Γεωπολιτισμικό Ανάπτυγμα των Ελλήνων, Δοκίμιο, Εκδόσεις Κασταλία, Αθήνα, 2025.
«Το γεωπολιτισμικό εύρος της Ελλάδος είναι συνάρτηση της ιστορίας της, στη διαχρονική συνέχεια του χώρου, της γλώσσας του ελληνικού κόσμου, της γεωγραφικής θέσης της στο σημείο συνάντησης τριών ηπείρων και της ιδιοσυστασίας της, από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα, παρ’ όλες τις ρήξεις και τις προσμείξεις», ισχυρίζεται ο Γεώργιος Πουκαμισάς. Πού έχει δίκιο, πού έχει άδικο και γιατί. [ΤΒJ]
Κατερίνη. Το παραμύθι της πόλης: Μια ξενάγηση στην Κατερίνη του 20ού αιώνα με τον φακό του Σάββα Τσιλιγκιρίδη (Σάτσι). Κείμενα: Αντώνης Κάλφας, Τεμέτερον, 2025, 64 σελ.
Είναι η Κατερίνη μια πόλη «γοητευτική»; Πότε; Σήμερα ή στην εποχή που την αποτυπώνει ο σπουδαίος Σάββας Τσιλιγκιρίδης – και καταχωρίζεται σε ένα λεύκωμα, όπου δημοσιεύονται οι φωτογραφίες του;
Ξαναπιάνοντας το νήμα της «διαμάχης των ιστορικών» σήμερα. Αναδημοσίευση από το Books' Journal, τχ. 160, με αφορμή την εκδημία του γερμανού φιλοσόφου Γιούργκεν Χάμπερμας.
Άνγκελα Μέρκελ, Ελευθερία. Αναμνήσεις 1954-2021, μετάφραση από τα γερμανικά: Έμη Βαϊκούση, Μεταίχμιο, Αθήνα 2024, 752 σελ.
Wolfgang Schäuble, Η ζωή μου στην πολιτική, μετάφραση από τα γερμανικά: Μαριάννα Χάλαρη, Κλειδάριθμος, Αθήνα 2024, 720 σελ.
Katja Hoyer, Πέρα από το τείχος. Ανατολική Γερμανία 1949-90, μετάφραση από τα αγγλικά: Νίκος Ρούσσος, Αθήνα 2024, 448 σελ.
Κάθε φορά που η παγκόσμια πολιτική αλλάζει τροχιά, η Ευρώπη στρέφει το βλέμμα της στη Γερμανία. Στα μέσα της δεκαετίας του 2020, με τον Ντόναλντ Τραμπ ξανά στην προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών και τη γενικευμένη αστάθεια του διεθνούς συστήματος, η ερώτηση «τι κάνει η Γερμανία;» επιστρέφει με επίμονη βαρύτητα. Η πολιτική, οικονομική και ηθική επιρροή του Βερολίνου πάνω στην ήπειρο έχει καταγραφεί τόσο έντονα τις τελευταίες δεκαετίες, ώστε κάθε κρίση μοιάζει να απαιτεί την τοποθέτησή του. Τρία βιβλία (της καγκελαρίου Μέρκελ, του υπουργού Οικονομικών Σόιμπλε και μιας νέας ιστορικού) πιστοποιούν μια σταθερή βεβαιότητα: η Γερμανία, παρά την πειθαρχία και τη σιωπή της, εξακολουθεί να παίζει το ρόλο του μετρονόμου.