Μετά τη νίκη του Τσίπρα στις εκλογές του Ιανουαρίου, και εν όψει της υποτιθέμενης διαπραγμάτευσης που θα έκαναν αι ημέτεραι εθνικαί δυνάμεις, διοργανώθηκαν παλλαϊκά συλαλλητήρια από δύο απίθανους τύπους (και μια ομάδα admin από πίσω) που έκαναν ρεκόρ εγγραφών στην ιστορία του ελληνικού Facebook: κάποιες δεκάδες χιλιάδες κόσμος δήλωσαν ότι «θα πάνε». Και πήγανε. Ντυμένοι όπως στα συλαλλητήρια για το Μακεδονικό, Μεγαλέξαντροι και Μπουμπουλίνες και Τσολιάδες και Σπαρτιάτες και Αμαλίες, με σημαίες ελληνικές και βυζαντινές, με σταυρούς και με ντουντούκες, έκαναν όσο θόρυβο μπορούσαν για να γυρίσουν το κλειδί του φρενοκομείου και να ξεχυθεί όλη η τρέλα έξω: στους δρόμους. Ήταν μια μεγαλειώδης πεζοδρομιακή νίκη της Χρυσής Αυγής, που κρυβόταν (αλλά δεν κρυβόταν καλά) πίσω από το κάλεσμα: η ηχηρότερη τσιρίδα των Αγανακτισμένων. OΛαός, λοιπόν, είχε αποφασίσει να στηρίξει την κυβέρνησή του στον αγώνα της κατά των αθλίων πιστωτών, απαιτώντας να μην κάνει πίσω και να γυρίσει κομίζοντας μία λέξη μαζί με το Grexit: την Αξιοπρέπεια. Έπειτα από μερικούς μήνες που στοίχισαν στην οικονομία όσο όλη η πενταετία της Κρίσης, και με δώρο-έκπληξη τα capitalcontrolsπου αποτελείωσαν το χαμό, οι ναζί των δρόμων περιορίστηκαν, το βούλωσαν, ράψαν το στοματάκι τους, και μόνο πια στον Χατζηνικολάου βγαίνουν, διά του στρατηγού τους. Παίζει καλά το παιχνίδι αυτή η φαρμακερή βρομοοχιά, γι’ αυτό και ένα πράγμα θέλει πια — ένα και μόνο: νίκη τού ΣΥΡΙΖΑ για άλλη μία, και τελευταία στην ιστορία, φορά. Μην του κάνουμε το χατίρι.
Ημερολόγιο Γεφύρας
Προσπαθώ να καταλάβω, να βρω ποιοι θα ψηφίσουν ΣΥΡΙΖΑ την Κυριακή (εκτός των στελεχών, των μελών και των φίλων του που ονειρεύονται μία Ελλάδα εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης —αυτού του αιμοβόρικου καπιταλιστικού συστήματος των αγορών, που καταπίνει τους λαούς και δεν τους αφήνει να ζουν με λαϊκή περηφάνια και με λαϊκή αξιοπρέπεια, που τους κλέβει το αύριο και τσακίζει τα λαϊκά όνειρά τους, που στερεί από τα παιδιά τους τη δυνατότητα των λαϊκών ίσων ευκαιριών, που στηρίζεται πάνω στο γερμανικό-ναζιστικό μοντέλο, που χωρίζει την Ευρώπη των Λαών σε Ευρώπη των παχύσαρκων καπιταλιστών και των παριών τού Νότου, που στέλνει στα κρεματόρια της απόγνωσης χιλιάδες αυτόχειρες καθημερινά, που γεμίζει συσσίτια τους δρόμους και τις πλατείες, ενός συστήματος παρ’ όλα αυτά που δεν έχει αύριο γιατί με τις εκλογές του Ιανουαρίου ήδη τού ανοίξαμε μια ρωγμή, και με το μεγάλο μας ΟΧΙ το γεμίσαμε κι άλλες, μεγάλες και χαίνουσες, θέτοντας βαθιά το ζήτημα του Χρέους, βάζοντας την Ελλάδα επιτέλους στο προσκήνιο, και ξεκινώντας μια μεγάλη, πανευρωπαϊκή συζήτηση για το Μεγάλο Κι Αναφαίρετο Δίκιο Των Λαών— και όσων βρίσκουν λιγότερο αστεία την ψήφο τους στον Λεβέντη, στον Λαφαζάνη ή στον Μιχαλολιάκο) και δεν βρίσκω ούτε έναν. Κι ούτε καταλαβαίνω. Εντάξει, ο κόσμος έχει θέματα, αλλά αυτό; Αυτό;
Καθ’ όλη τη διάρκεια της Κρίσης, με διάφορες (και πολλές) κορυφώσεις όλα αυτά τα χρόνια, και φυσικά από τον Δεκέμβριο του περασμένου έτους μέχρι και τις Εκλογές αλλά και, κατ’ εξοχήν, όσο κράτησε η ψεύτικη διαπραγμάτευση του Τσίπρα, του παραπολιτικού αρχηγού των τραμπούκων, χιλιάδες άνθρωποι απειλούμαστε με: θάνατο, ξυλοδαρμό, νοσοκομεία, καψίματα αυτοκινήτων, σπασίματα σπιτιών και χώρων εργασίας, λογής-λογής βανδαλισμούς, καρφώματα στη δουλειά μας, δημόσιους εξευτελισμούς — με ό,τι μα ό,τι μπορεί να βάλει ανθρώπου άρρωστος νους. Κάποιοι είμαστε μαθημένοι στη φασιστική βία από παλιότερα, κάποιοι δεν είναι. Όλοι, άλλος λίγο άλλος πολύ, φοβόμαστε: ο ΣΥΡΙΖΑ και τα εξ ευωνύμων εξαπτέρυγά του έχουν αποδείξει πάμπολλες φορές πως το πέρασμα από τα λόγια στις πράξεις είναι εύκολο, θέλει μόνο ένα κλακ με τα δάχτυλα. Όλα, εδώ που τα λέμε, μια απόφαση είναι. Η κοινωνία των Αγανακτισμένων, αυτός ο καρκίνος των ωοθηκών της στέρφας χώρας, είναι ένα εκφασισμένο πράγμα. Γραφεία έχουν διαλυθεί, άνθρωποι έχουν συρθεί με τα μούτρα στην άσφαλτο, κεφάλια ανοίχτηκαν, μάτια πρήστηκαν, πουκάμιασα σκίστηκαν, δημοσιογράφοι εκφοβίστηκαν, πελάτες καταστημάτων έχουν μετρήσει παΐδια κάποιες ωραίες Κυριακές, αυτοκίνητα κάηκαν, γυαλιά (γυαλιά…) πατήθηκαν με αρβύλες και γίναν πρίσματα, γυναίκες ρεζιλεύτηκαν εν μέση οδώ: οι φασιστικές πρακτικές βίας, το πάλαι ποτέ μονοπώλιο του ΚΚΕ σε τέτοια (δημόσια) κλίμακα, έχουν απλωθεί σαν το χυμένο πετρέλαιο στη θάλασσα σε όλο το κοινωνικό εύρος: από τα socialmediaκαι τα inboxμας, ανώνυμα και θλιβερά, αλλά ανατριχιαστικά πάντα, μέχρι τις ευθείες εκβιαστικές απειλές του Καμμένου, και από βρισιές ζωντόβολων που δεν παίρνουν καν έναν τόσο δα μισθούλη μέχρι εκρήξεις φυσικής βίας κατά συγκεκριμένων στόχων. Και: εδώ και λίγο καιρό, το καθ’ ημάς ISISτο βούλωσε. Οι δυνάμει δήμιοί μας έσκασαν. Τα μικρά φιδάκια λούφαξαν κάτω από τα κοτρόνια τού τάχα μ’ «μνημονιακού» ΣΥΡΙΖΑ. Θα ψηφίσω Νέα Δημοκρατία και για να διαλυθούν τα τάγματα των φαιών ατόμων που απειλούν, ψευδώνυμα ή επωνύμως, εμένα και σένα, και που προσφεύγουν στη λεκτική ή όποια άλλη βία (η πολιτική βία δεν ζυγίζεται, είναι μία, είναι φασιστική, και είναι θάνατος), στο πρώτο και τελευταίο επιχείρημα των καθαρμάτων όπου γης.
Δεν παρακολούθησα το ντιμπέιτ Τσίπρα-Μεϊμαράκη γιατί είμαι αποφασισμένος: Να πω όχι σε μια ομάδα ανθρώπων που στόχο έχουν εδώ και χρόνια να ξεριζώσουν ετσιθελικά την Ελλάδα από την Ευρώπη, όπου defacto ανήκει. Να πω ναι στην αναθέρμανση της οικονομίας που θα βασίζεται στην ιδιωτική πρωτοβουλία, στο πλαίσιο μιας Ευρώπης μεγάλης, ισχυρής και αποφασισμένης να αντισταθεί και να μεγαλουργήσει. Να πω όχι στον τσαρλατανισμό, στην αγυρτεία, στον μιζεραμπιλισμό. Να πω ναι στην πιθανότητα να διαφανεί, να ωριμάσει και να υπάρξει μία ελπίδα. Να πω όχι σε ό,τι πιο βαθιά επαρχιώτικο, γκρίζο και γηραλέο έχει να επιδείξει η πολιτική σκηνή της χώρας εδώ και πολλές δεκαετίες, σε ό,τι πιο φαύλο, κίβδηλο και ύποπτο. Να πω ναι σε μια ανανέωση του πολιτικού προσωπικού που δεν θα στηρίζεται στις μούμιες των μαυσωλείων μιας αλλοτινής εποχής που πρέπει να σκεπαστεί από λήθη, όπως παντού στη Δύση συμβαίνει από μισό αιώνα τώρα. Να πω όχι στα σχέδια για εξόντωση της δημιουργικότητας, της αριστείας, της διαφορετικότητας, της πρωτιάς, της εκπαίδευσης. Να πω ναι σε ό,τι θα πηγαίνει κόντρα στο κατεστημένο των κοτζαμπάσηδων της κομουνιστικής-σταλινικής Αριστεράς που ονειρεύεται μονόχρωμα όνειρα. Να πω όχι στον συντηρητισμό και στη φορμόλη. Να πω ναι στις φιλελεύθερες ιδέες και στην ανοιχτή αγορά, σε ό,τι δηλαδή συνιστά τη βάση των φιλελεύθερων κατακτήσεων για τον άνθρωπο και το σώμα του. Να πω όχι στις κλειστές τράπεζες, στα κλειστά σύνορα, στο μίσος απέναντι στον Άλλο. Να πω ναι στη μεγάλη Δυνατότητα της Δύσης. Να πω όχι στο σκοταδισμό και στον φτηνό, γλοιώδη λαϊκισμό των μαθητευόμενων μάγων του συρμού των αγανακτισμένων. Να πω ναι στον πραγματισμό και στον ορθό λόγο. [§] Ο Τσίπρας είναι ο βασικός φορέας όλων όσων αποστρέφομαι, όλων όσων σπρώχνουν το είναι μου να πει ΟΧΙ. Οι φίλοι μου, οι σύμμαχοί μου, οι σύντροφοί μου, οι άνθρωποι που ένωσάν τα σώματά τους με το δικό μου στις πλατείες φωνάζοντας σιωπηλά ΜΕΝΟΥΜΕ ΕΥΡΩΠΗ είναι η εγγύηση για το ΝΑΙ. [§] Είμαι αποφασισμένος.
Δεν υπάρχει σοβαρός αναλυτής σήμερα που να υποστηρίζει —χωρίς να έχει μεθύσει ή χωρίς να κοροϊδεύει άγρια τον συνομιλητή του— πως μπορεί να υπάρξει τρίτη εναλλακτική οδός για κυβέρνηση συνεργασίας τις ημέρες που θα ακολουθήσουν τις Εκλογές από τις εξής δύο: ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-Ποτάμι από τη μία, ή ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΞΕΛ (ίσως με μια εσάνς Λεβέντη αυτή η τελευταία…), από την άλλη, εφόσον βέβαια μπει στη Βουλή το τσίρκο του Καμμένου, ή, εφόσον δεν μπει, ΣΥΡΙΖΑ-Ποτάμι. Στην πρώτη περίπτωση, το Μνημόνιο θα εφαρμοστεί, η οικονομία θα επανέλθει αργά-αργά στα επίπεδα του Νοεμβρίου 2014, και θα σφίξουμε τα δόντια για να την πάμε ακόμη καλύτερα. Θα είναι δύσκολα. Θα είναι και όμορφα: στο τέλος, θα τα καταφέρουμε. Στη δεύτερη, το Μνημόνιο αποκλείεται να εφαρμοστεί, λυπάμαι πολύ. Ούτε μία στο εκατομμύριο. Επομένως θα έχουμε κατ’ ανάγκην και αναπόδραστα ένα τέταρτο, που θα μετατρέψει σε καυσόξυλα την οικονομία, σε μικρά-μικρά κομματάκια, ματωμένα, ή ένα πρώτο, άλλου τύπου αυτό, με δραχμή — και με δελτία τροφίμων, απομόνωση, αυταρχισμό και μπόλικο Τσάβες. (Και με έναν Θεοδωράκη που θα αποχωρήσει εντός ολίγου από την κυβέρνηση). Διαλέγετε και παίρνετε — ή μας παίρνετε στο λαιμό σας. Τρίτος δρόμος δεν υπάρχει, ούτε θα υπάρξει.
Από τους φίλους φύγαν οι περισσότεροι, και σιγά-σιγά φεύγουν και οι άλλοι. Και πρέπει να βρούμε καινούριους φίλους. Έφυγαν: στολίζουν την Κύπρο, την Ισπανία, τη Γερμανία, τη Σκοτία, την Αγγλία, την Τουρκία, την Αμερική. Πήγαν παντού. Όπως πάντα. Και ανεβάζουν φωτογραφίες στο Facebook από τις καινούριες τους πατρίδες, στέλνουν ανταποκρίσεις, τους ζητάμε κι εμείς εντυπώσεις και ημερολόγια για τα σάιτ μας, λένε ναι, βοηθάνε. Πού και πού, ή και πιο συχνά, τους ζηλεύουμε, πού και πού μάς πιάνει μελαγχολία όταν βλέπουμε πού ζουν, πού και πού τούς φθονούμε, και από καμιά φορά μάς πιάνει και το παράπονο και δακρύζουμε κιόλας. Λοιπόν, άκου τι θα κάνουμε. Θα μείνουμε εδώ. Θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για να αλλάξουν τα πράγματα. Για να κλείσουν οι παρενθέσεις. Για να στηθεί όλο αυτό το πράγμα από την αρχή. Γι’ αυτή την κανονικότητα που λέμε. Θα φάμε πολύ ξύλο. Αλλά θα τα καταφέρουμε. Θα νικήσουμε. Η Ελλάδα θ’ αλλάξει. Και μετά, όταν όλα, ή έστω: κάποια, θα ’ναι όπως τα ονειρευτήκαμε, όταν δεν θα κινδυνεύουν με δεύτερο ξεσπιτωμό οι ξένοι που ζουν εδώ, όταν δεν θα κινδυνεύουν οι ελευθερίες μας, όταν θα ξέρουμε πως μείναμε Ευρώπη, πως διασφαλίστηκε όλο αυτό, ε τότε θα φύγουμε κι εμείς.
Κανείς μας δεν μπορεί να κακίσει όσους έχουν ή προβάλλουν ή έστω για μία ποικιλία λόγων προφασίζονται πραγματικές ή φαινομενικά πραγματικές επιμέρους διαφωνίες —ιδεολογικές, αισθητικές και άλλες— με τη Νέα Δημοκρατία και, μολονότι τρέμουν μία πιθανή δεύτερη, καταστροφικότερη αυτή τη φορά, νίκη τού μισητού γι’ αυτούς ΣΥΡΙΖΑ, μια πρωτιά που θα κόψει κάθε εναπομείνασα ευρωπαϊκή προοπτική για τη χώρα, παρά ταύτα δεν θα την ψηφίσουν. Κανείς τόσο μπορεί, τόσο κάνει. Άλλωστε, η πολιτική είναι ένα πολύ καινούριο χόμπι για τους περισσότερους από αυτούς, και σίγουρα όχι κάτι που τους διαμόρφωσε σαν «πολιτικά όντα», δηλαδή σαν κάποιους που προσπαθούν να εντάξουν τον εαυτό τους σε ένα ευρύ σύνολο: η μεγάλη πλειονότητα των Ελλήνων ασχολήθηκε, έστω και επιδερμικά, με την πολιτική από το ξέσπασμα της Κρίσης και μετά, χθες σαν να λέμε, και ως εκ τούτου την αποδέχτηκε σαν κατιτί προσωπικό. Έως τότε, και με εξαιρέσεις στατιστικώς ασήμαντες, μόνο η πάσης φύσεως Αριστερά μπορούσε να καυχηθεί για κάτι τέτοιο. Ωστόσο, θα ήθελα να τους επισημάνω ότι μια τέτοια νίκη του Τσίπρα, νίκη δηλαδή των δυνάμεων της αντίδρασης και της οπισθοδρόμησης, δεν θα ερχόταν χάριν τής δικής τους ιδεολογικής, αισθητικής ή άλλης καθαρότητας, που θα τους επέβαλλε να ψηφίσουν κάτι άλλο, ένα «τρίτο» κόμμα: ο ΣΥΡΙΖΑ θα νικούσε χάρη στις ψήφους όσων θέλουν ένα μεγάλο κράτος που θα τους εξασφάλιζε τη συνέχεια των κεκτημένων δικαιωμάτων τους, σε πείσμα του Μνημονίου, σε πείσμα των εταίρων μας, σε πείσμα της λογικής. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα νικούσε, όχι επειδή αυτοί δεν θα λέρωναν το χέρι τους ψηφίζοντας τη ΝΔ, όπως θα κάνουμε εμείς, αλλά γιατί υπάρχουν πολλοί που εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η ζωή μπορεί να συνεχιστεί έστω και με ένα καλά δεμένο σχοινί στο λαιμό μας, ένα σχοινί που μόνοι μας το περάσαμε, μόνοι μας το σφίξαμε και μόνοι μας θα το νιώσουμε να τεντώνεται και να μας κόβει το οξυγόνο. [§] Οι επιμέρους διαφωνίες είναι τελείως λούμπεν και απολίτικες.
Τα βράδια, περιμένουμε. Και, περιμένοντας, κοιτάμε τα φώτα στα άλλα σπίτια, στους απέναντι. Παντού έχει φώτα, και είναι όλα τους μια στάλα χαμηλά, βαριά, λίγο θολά. Είναι φθινοπωρινά φώτα, από λάμπες, πολύφωτα, προβολάκια, led, οθόνες υπολογιστών, επιτραπέζια και επιδαπέδια πορτατίφ, από κινητά και από τάμπλετ: είναι όλων των ειδών τα φώτα: χαμηλά, βαριά, θολά. Βρίσκονται σε σαλόνια, σε καθιστικά, σε κουζίνες, σε γραφεία. Στο χολ. Παντού στα σπίτια μας. Αυτό: όλη μας η ζωή, το βράδυ, τις ώρες που είμαστε μόνοι, με τον εαυτό μας ή με τους ανθρώπους μας, περιστρέφεται γύρω από αυτά τα λογής-λογής φώτα. Τα δικά μας φώτα, και των απέναντι. Περιμένουμε, όλοι μας. Και, περιμένοντας, δεν κάνουμε πολλά. Προπαντός αυτό: να περιμένουμε. Περιμένουμε το βράδυ της 20ής Σεπτεμβρίου. Κυρίως, μάλιστα, περιμένουμε την 21η. Και δεν τις περιμένουμε για να πανηγυρίσουμε, για να δικαιωθούμε, για να χαρούμε, για να βγάλουμε τη γλώσσα στον «αντίπαλο», στον άλλο. Όχι: τις περιμένουμε για να ξαναρχίσουμε να ζούμε — για να κλείσουμε τα φώτα και, επιτέλους, πάνω απ’ όλα, να κοιμηθούμε.
Θα μπορούσα να γράψω κάτι τέτοιο σήμερα: [§] ΣΚΗΝΗ 1, ΕΞΩΤ., ΒΡΑΔΥ. Ένα ταξί είναι παρκαρισμένο στην πιάτσα. Ακούγονται βήματα στο δρόμο. Η κάμερα ακολουθεί έναν άντρα που περπατά. Τον βλέπουμε από τα γόνατα και κάτω. ΣΚΗΝΗ 2, ΕΣΩΤ., ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΤΑΞΙ. Η πόρτα κλείνει από τον άντρα, που κάθεται βαριά στην πίσω θέση. Βλέπουμε μόνο το πρόσωπο του οδηγού, που κοιτά στον καθρέφτη του. Οδηγός: Πού πάμε; Η ΚΑΜΕΡΑ ΖΟΥΜΑΡΕΙ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ ΤΟΥ ΤΑΞΙ. ΒΛΕΠΟΥΜΕ Ο,ΤΙ ΚΑΙ Ο ΟΔΗΓΟΣ. ΣΤΗΝ ΠΙΣΩ ΘΕΣΗ ΚΑΘΕΤΑΙ Ο ΜΙΧΑΛΟΛΙΑΚΟΣ. Μιχαλολιάκος (χαμογελαστά): Στο αποτεφρωτήριο. Οδηγός (απορώντας): Μα… δεν το έχουν φτιάξει ακόμα. Ο Μιχαλολιάκος χαμογελάει και κλείνει το μάτι. Fadeout. Εμφανίζεται το σήμα των ναζί. Voice over: «Η Ελλάς δεν χρειάζεται καμία Ευρώπη. Και καμία Ασία. Ψήφισε ΧΑ». [§] Αλλά δεν έχει αξία, όσο και αν σιχαίνομαι τον παρανοϊκό βλάκα Λαφαζάνη, που έχει βάλει αμέτι μουχαμέτι να γυρίσει την Ελλάδα σε μια νέα περίοδο προσφυγιάς, όπως τότε που έφευγαν με τα βαπόρια ο κόσμος για την Αμερική και πολλοί έσκαγαν στο ταξίδι. Σημασία έχει ένα πράγμα: να καταλάβει ο κόσμος ότι ο ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση (ακόμη και σαν δεύτερος εταίρος της) θα σημαίνει αντίσταση στις μεταρρυθμίσεις, έκρηξη του ελλείμματος, τρομερή ύφεση και, εντέλει, Grexit. Και Grexit, πολύ πιο γρήγορα από ό,τι νομίζουν πολλοί, σημαίνει φτώχεια, δυστυχία, προσφυγιά, ανθρωπιστική κρίση πελώριας κλίμακας, και στο βάθος λυκίσια χρυσαυγίτικα δόντια. Αυτά ακριβώς τού Μιχαλολιάκου και της συμμορίας του. [§] Μόνο με τον Τσίπρα εκτός κυβέρνησης θα μπορέσουμε να διαπραγματευτούμε με επιτυχία τους όρους του Μνημονίου, να ελαφρύνουμε τα μέτρα αποπληρωμής και να περάσουν οι αναγκαίες για την επιβίωσή μας και για τη μειωση της ανεργίας, δηλαδή την ανάπτυξη, μεταρρυθμίσεις. [§] Τίποτε δεν έχει τελειώσει, τίποτε δεν έχει κριθεί.
Πάει εντεκάμισι, και δεν έχω σταθεί όλη τη μέρα. Δεν είδα καθόλου τις ειδήσεις στο Twitter, ούτε θα τις δω, υποθέτω όμως πως ο κόσμος εξακολουθεί να κυλάει σαν μπάλα του μπιλιάρδου που την κλότσησε κάποιος νεαρός θεός σπάζοντας το νύχι του και βλαστημώντας. Οπότε δεν έχω θέμα γι’ αυτό το Ημερολόγιο. Και, το κυριότερο: δεν έχω απαντοχή, είμαι πολύ μεγάλος για όλα αυτά πια. Όμως νά μια ιστορία από τότε που ήμουν νέος. [§] Κάποτε πήγαμε σε ένα χωριό με τον φίλο μου τον Θανάση Σ., παραθαλάσσιο, του νομού Πιερίας. Εκεί βρήκαμε ένα μπαρ και ήπιαμε, και ξενυχτήσαμε πολύ, και πια είχαμε απομείνει μόνοι μας εδώ και ώρα στο μαγαζί, και ο μπάρμαν ήθελε να κλείσει καμιά φορά για να πάει να κοιμηθεί, αλλά θέλαμε από ακόμα ένα ουίσκι και του ζητήσαμε να μας βάλει, αρνήθηκε εκείνος, τον παρακαλέσαμε, είπε πως έπρεπε να αφήσει καθαρό το πόστο του για τον πρωινό συνάδελφο, κι εμείς τότε του προτείναμε να πάρουμε τα ποτά μαζί μας έξω, στην παραλία, και να επιστρέψουμε τα ποτήρια την άλλη μέρα που θα ξυπνούσαμε. Το δέχτηκε με τα πολλά, αν και τα ποτήρια δεν ήταν φτηνά, μας είπε, ίσα-ίσα. Και μιλάω για την εποχή που κανείς δεν είχε χάρτινα ποτήρια για «πακέτο». Μας παρακάλεσε να τα επιστρέψουμε οπωσδήποτε, ήταν καλά, λέει, κρυστάλλινα, οκέι, του υποσχεθήκαμε, στο λόγο μας, μην ανησυχεί. Κούνησε το κεφάλι, πήραμε εμείς τα ποτά μας, χτύπαγαν και τα παγάκια μέσα στο ουίσκι, βγήκαμε έξω και κατεβήκαμε στην παραλία, κι εκεί κάτσαμε μέσα στο σκοτάδι και κοιτούσαμε τη θάλασσα και καπνίζαμε, ή για την ακρίβεια την ακούγαμε μόνο, το κύμα που τσούλαγε λίγο πιο πέρα, είχε ένα τελείως σκοτωμένο σκοτάδι επειδή ήταν λίγο πριν τα χαράματα, και κάποια στιγμή τέλειωσαν τα ποτά μας, τα στραγγίσαμε, και σηκωθήκαμε από κάτι τυλιγμένα παλαμάρια που καθόμασταν, και δώσαμε μια λες κιήμασταν συνεννοημένοι και πετάξαμε τα ποτήρια πάνω στα βράχια και τα σπάσαμε. Κι έπειτα πήγαμε για ύπνο, και τότε ξημέρωσε, ξαφνικά.
Πέραν τού προφανούς —η Ελλάδα θα δεθεί για τρίτη φορά στη σύγχρονη ιστορία της με την Ευρώπη: τη μία το έκανε με τον Καραμανλή το 1979-81, τη δεύτερη με τον Σημίτη το 2001-2002, τώρα θα το κάνει με την ψήφο των περισσοτέρων, αυτών που θα πουν Μένουμε Ευρώπη—, είναι ευτύχημα, και είναι ωραίο, και παρήγορο, και σπουδαίο, που θα κλείσει η εθνικολαϊκιστική παρένθεση του απίθανου Τσίπρα και του καρτουνίστικου Καμμένου, δύο τραγικών μορφών, κυρίως για να βρεθούμε —επιτέλους— ξανά μπροστά στα μεγάλα θέματα που απαιτεί η ζωή και η συνείδησή μας: πρέπει ξανά να αρχίσουμε να μιλάμε αρθρώνοντας σωστά τις λέξεις, ξανά να αρχίσουμε να διαβάζουμε με το μυαλό μας προσηλωμένο, ξανά να αρχίσουμε να περπατάμε έχοντας στο νου θέματα αισθητικά, ξανά να αρχίσουμε να γελάμε με ένα αστείο που θυμηθήκαμε ξαφνικά, ξανά να αρχίσουμε να αναπολούμε το παρελθόν με φολκλορική διάθεση και όχι με νοσταλγία τραυματισμένου σε αυτοκινητικό ατύχημα, ξανά να αρχίσουμε να αναρωτιόμαστε από τι υλικό είμαστε φτιαγμένοι. Μακριά και έξω από την παρένθεση, παρατρίχα σωσμένοι από τη θανάσιμη πτώση στο χάος, θα κάτσουμε ο ένας απέναντι στον άλλο —επιτέλους— και θα παίξουμε σκάκι. Όπως παλιά. Με μια μουσική και κάτι σπασμένα λόγια να βγαίνουν από το ραδιόφωνο, με το τηλέφωνο παραδίπλα να κουδουνίζει, με την εφημερίδα να σαλεύει στο πάτωμα, με μια ταινία να μουρμουρίζει στην τηλεόραση, με ένα βιβλίο στο κομοδίνο να αναστενάζει, περιμένοντας υπομονετικά σαν σκυλί, όπως τώρα αναστενάζω εγώ, κι όπως τώρα θα αναστενάξεις, λυτρωτικά, κι εσύ.
Έχω μερικά νέα να σας πω. [§] Στην (απίθανη) περίπτωση που ο ΣΥΡΙΖΑ βγει πρώτο κόμμα, δεν έχει σημασία με ποιον θα συγκυβερνήσει: με τους εθνικιστές του Καμμένου, με τον Λεβέντη, με τον Λαφαζάνη (οι και με τους τρεις αυτούς). Σημασία έχει το εξής ένα: η χώρα θα βγει από το ευρώ (ήτοι: από την Ευρώπη, από τη Δύση) μέσα στη χρονιά. Όχι το ’16, αλλά το ’15, φέτος. Το δε ’16 θα οργανωθεί η μεγαλύτερη αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας προς ευρωπαϊκή χώρα μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Όποιος πιστεύει ότι με ΣΥΡΙΖΑ νικητή των Εκλογών υπάρχει μισή πιθανότητα να αποφευχθεί το Grexit, επειδή ο Τσίπρας έμαθε, μεγάλωσε, ωρίμασε, αναγκάστηκε κ.ο.κ., είναι κλινικά ηλίθιος, λυπάμαι. [§] Στην απευκταία περίπτωση που ο ΣΥΡΙΖΑ θα μετείχε σε τυχόν συγκυβέρνηση σαν ισότιμος ή δεύτερος τη τάξει εταίρος, το θέατρο του βορβορώδους παραλόγου που ζούμε από τον Φεβρουάριο και δώθε θα συνεχιζόταν απρόσκοπτα: οι τρελοί και επικίνδυνοι Βαρουφάκηδες και Χαϊκάληδες, όλο το freakshowτης καρδιάς μας, όλο αυτό το άχθος αρούρης, θα συνεχίσει να κάνει πιρουέτες στη Βουλή, στις τηλεοράσεις, στις φυλλάδες, στις οργανώσεις, και καμία, ποτέ, μεταρρύθμιση δεν θα γίνει. Καμία, ποτέ. Το Grexitκαι πάλι θα μας υποδεχτεί με ανοιχτές αγκάλες, απλώς όχι φέτος αλλά μέσα στο ’16, αφού πρώτα θα έχουν κλείσει όσα μαγαζιά και επιχειρήσεις γλίτωσαν για κάποιο λόγο από τα capitalcontrolsτου Τσίπρα. Η ανθρωπιστική κρίση (και το φάντασμα της Ουκρανίας: να το ξέρεις αυτό) θα σαρώσει τη χώρα με στεγνό χαμόγελο. [§] Κάνουμε τις Εκλογές για να σχηματιστεί μία φιλοευρωπαϊκή-μεταρρυθμιστική τρικομματική κυβέρνηση που θα τηρήσει τις υπογραφές της Ελλάδας και θα εφαρμόσει το Μνημόνιο. Μόνο γι’ αυτό. Γιατί οτιδήποτε άλλο θα κλείσει μέσα σε δυο-τρεις ή πέντ’-έξι μήνες τα σύνορά μας. Μόνο η UNRRAθα περνάει. [§] Παρασυρόμαστε, από την αιώνια εφηβεία μας και νομίζουμε πως, δόξα τω Θεώ, όλα πέρασαν. Αμ’ δε. Όλα τα θέματα είναι ανοιχτά και όλα τα βάραθρα χαίνοντα. Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να ηττηθεί στις 20 του μηνός. Και για να ηττηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να υπερψηφιστεί ο βασικός του αντίπαλος. Όχι από τους άλλους: από μένα και από σένα. [§] Έχουμε προειδοποιηθεί.
Στο ποδόσφαιρο, οι σύνδεσμοι οπαδών έχουν πολλούς και διάφορους τρόπους για να δελεάζουν τη μαρίδα, να την παίρνουν με το μέρος τους,να την ανταμείβουν, αλλά κυρίως για να έχουν δύναμη κρούσης έναντι των σκληροπυρηνικών οπαδών τής παραδοσιακά αντίπαλης ομάδας: τους δίνουν χαρτζιλίκι, τους αφήνουν να μπαίνουν δωρεάν στο γήπεδο, τους παίρνουν μαζί τους στα εκτός, τους αφήνουν να εκτονώνουν την εφηβική οργή τους πάνω σε άψυχα αντικείμενα καταστρέφοντάς τα ή κλοτσώντας σώματα ανθρώπων. Η μαρίδα των οργανωμένων οπαδών, όπως ακριβώς συμβαίνει με όλες τις συμμορίες των πόλεων, χαίρεται με τα δωράκια αυτά, γοητεύεται, αισθάνεται κολακευμένη και συνακόλουθα , όποτε τής δοθεί διαταγή, δεν διστάζει να μπει μπροστά στις φασιστικές συγκρούσεις αίματος και βίας με τους αντίστοιχους χούλιγκαν της «άλλης» ομάδας. Ό,τι κάνουν οι οπαδάρχες, αυτή η καρκινική σαπίλα ενός από τα ομορφότερα πράγματα που έχουμε στη ζωή μας, το γήπεδο, έκανε και ο ΣΥΡΙΖΑ στην περίπτωση της Ελληνικός Χρυσός και συνεπακόλουθα στην τεράστια επένδυση στη Βορειοανατολική Χαλκιδική: έπλασε μια γενιά ανθρώπων που πείστηκαν, με τα κατάλληλα δωράκια, ότι οι μεταλλευτικές εργασίες εκεί κάνουν κακό στη φύση, δηλητηριάζουν το νερό, απειλούν μακροπρόθεσμα την υγεία των ντόπιων κ.ο.κ. Οι αφελείς πείστηκαν εύκολα, βλέποντας στο πρόσωπο του μικρού, τότε, και ριζοσπαστικού ΣΥΡΙΖΑ του «πεζοδρομίου», των «διεκδικήσεων», του «ακτιβισμού» κλπ. κλπ. ένα ολοένα ισχυρότερο άρμα οικολογίας και πράσινης ανάπτυξης που ήθελε το καλό του τόπου… Το σχέδιο ήταν καλά οργανωμένο, και πέτυχε: η Ελληνικός Χρυσός, χάρη στον ΣΥΡΙΖΑ, έγινε στα μάτια της κοινής Αριστερής γνώμης που παραδοσιακά διαφεντεύει τον τόπο κάτι διαβολικό (το ίδιο έκανε, στα μάτια της κοινής Ακροδεξιάς γνώμης, η Χρυσή Αυγή, που δαιμονοποίησε την επένδυση στα μυαλά των δικών της οπαδών, έναντι των κακών Καναδών που ήρθαν να μας χαλάσουν τα τίμια ελληνικά χώματα). Τα ψέματα, οι νοθευμένες «ειδήσεις», η σπέκουλα, οι κραυγές, έκαναν τους «πάντες» να πιστεύουν ότι κάτι πραγματικά πολύ κακό γινόταν εκεί, κάτι που θα μετέτρεπε σε Κρανίου τόπο το βουνό και το «αρχέγονο» δάσος, και ότι κύριος μοχλός αποτροπής του «εγκλήματος» ήταν ο σαφών οικολογικών ευαισθησιών ΣΥΡΙΖΑ. Η πιο ασφυκτικά προστατευμένη από την αυστηρότατη ευρωπαϊκή νομοθεσία μεταλλουργία εμφανίστηκε να είναι μια βρόμικη βιομηχανία που ήθελε να βγάλει πολύ και αφορολόγητο χρήμα χαλώντας τη γη… Δεν θα αναφερθώ εδώ στις θέσεις εργασίας που έχει ανοίξει εκεί η Ελληνικός Χρυσός, στον τουρισμό που ποσώς επηρεάστηκε, στην τεχνογνωσία που συσσωρεύεται, στη φορολόγηση που γεμίζει χρήμα τα κρατικά ταμεία, στην αποκατάσταση του τοπίου, στις ασφαλιστικές δικλίδες, στη διαφάνεια του έργου, στο ότι ποτέ δεν υπήρξε εκεί… αρχέγονο δάσος, στο μαρασμό της ΝΑ Χαλκιδικής πριν η εταιρεία ανοίξει το εργοστάσιο, στην οργή των κατοίκων που έβλεπαν τα χωριά τους να αναπτύσσονται και που τώρα τρέμουν ένα ασύλληπτης έκτασης πισωγύρισμα. Αυτά, και όλα τα άλλα, είναι γνωστά και συζητούνται πλέον δημόσια (αν και πάντα με φόβο: όλοι φοβόμαστε πως θα υποστούμε επιθέσεις σκληρής φυσικής βίας όποτε μιλάμε γι’ αυτά). Θέλω μόνο να πω ότι η Προπαγάνδα του Κορμοράνου (με αποκορύφωμα τη διαταγή της προεκλογικής παύσης των εργασιών) δεν έχει κύριο σκοπό της πλέον να συντηρεί στρατιές κρούσης τυφλών μελών, ούτε καν να δώσει «Αριστερή» και οικολογική εσάνς στο πιο συντηρητικό, βαθιά εθνικολαϊκιστικό σύμφυρμα που γνώρισε ποτέ η Ελλάδα, αλλά να βοηθήσει ώστε να παραμείνουν στην εξουσία οι δραχμιστές του Τσίπρα: είναι κάτι σαν το 23% ΦΠΑ στα ιδιωτικά σχολεία και στον Στρατηγάκη, είναι κάτι αποτρόπαιο, φαιό, και πολιτικά χουλιγκάνικο.
Ξυπνάς με μια αγκαλιά, πας με τα μάτια κλειστά το σκύλο σου βόλτα, μιλάς με τον Αλβανό περιπτερά που όλο πετάει κι από μια θεοτικιά κουβέντα, χαζεύεις τις αθλητικές, ανεβαίνεις με το ασανσέρ για δισχιλιοστή φορά και για δισχιλιοστή φορά βλαστημάς από μέσα σου που πάλι δεν έχεις μαρκαδόρο για να μουτζουρώσεις εκείνο το σύνθημα, η πρώτη γουλιά του καφέ είναι ηδονική και σου καίει τη γλώσσα, έχει ζέστη, κάποιος πέθανε πάλι, ω Θε μου, ω Θε μου, έξω έχει βγάλει ξαφνικά μια δροσιά, ένα ελικόπτερο πετάει με θόρυβο (ωραίο θόρυβο) και το κοιτάς μαζί με τα θυμωμένα χελιδόνια, κάτι γαργαλάει το πόδι σου, ταΐζεις τη γάτα σου (αυτή σε γαργαλούσε: τα μουστάκια της), ένα μπολ με δημητριακά έρχεται απαλά στο γραφείο μπροστά σου, το τρως, απαντάς στα μηνύματα και στα μέιλ φροντίζοντας να μην ξανακάνεις λάθος στα ονόματα και στις προσφωνήσεις, γελάς μ’ αυτή την απίθανη φωτογραφία που βλέπεις στην οθόνη, και συγκρατείσαι, όλο συγκρατείσαι να μη βρίσεις, να μην απειλήσεις, να μην δείξεις αυτό το πρόσωπο που κυρίως έχεις, που κυρίως είσαι (έχεις ασκηθεί πια σ’ αυτό), ανοίγεις το φάκελο με τη δουλειά, δουλεύεις, κάνεις διάλειμμα μετά από λίγο και τότε πεθαίνει ακριβώς κι άλλος, ακόμη ένας, και μένεις με τα δάχτυλα γαμψά και χαλαρά πάνω από το πληκτρολόγιο, και δεν τα κατεβάζεις, τ’ αφήνεις εκεί, παγωμένα, κι έπειτα τα χέρια σου χαλαρώνουν, και δεν έχεις μιλήσει, και ξαναπάς το σκύλο σου βόλτα, περνάς από το καφέ της γωνίας και πίνεις ένα νερό, κάνεις ένα τσιγάρο, λες τα καθέκαστα, νιώθεις και μια στάλα παράταιρος με την αθλητική βερμούδα, φεύγεις, ανεβοκατεβαίνεις με το ασανσέρ για δισχιλιοστή φορά και για δισχιλιοστή φορά βλαστημάς από μέσα σου για το μαρκαδόρο, κάνεις δεύτερο καφέ, η πρώτη γουλιά είναι ηδονική και σου καίει τη γλώσσα, πλένεις το κρέας που είχες βάλει στο ψυγείο να ξεπαγώσει από χθες, ψιλοκόβεις τα κρεμμύδια και τα τσιγαρίζεις, σοτάρεις το κρέας, ανάβεις τσιγάρο, τα μάτια σου δακρύζουν από τα κρεμμύδια και από τον καπνό, χτυπάει το θυροτηλέφωνο, κατεβαίνεις ν’ ανοίξεις στον κούριερ, βλαστημάς για το μαρκαδόρο, βλέπεις το καινούριο βιβλίο που έφτασε και κατανεύεις, χαίρεσαι, ρίχνεις τη σάλτσα και τα μυρωδικά, ανακατεύεις, χαμηλώνεις τη φωτιά, απαντάς στα καινούρια μηνύματα και στα μέιλ φροντίζοντας να μην ξανακάνεις λάθος στα ονόματα και στις προσφωνήσεις, γράφεις μια ανοησία, παρακολουθείς την πορεία της, κι ώς τότε έχει πεθάνει κι άλλος, ή και άλλοι πολλοί, και μένεις με τα δάχτυλα γαμψά και χαλαρά πάνω από το πληκτρολόγιο, και δεν τα κατεβάζεις, και σηκώνεσαι τότε, και ξαπλώνεις στον καναπέ, και διαβάζεις το χτεσινό σου βιβλίο, και κλείνεις τα μάτια, και από έξω ακούγεται η μπουρού ενός πλοίου φορτωμένου κοντέινερ, και χαμογελάς ανεπαίσθητα, και σηκώνεσαι, κλείνεις το μάτι στην κουζίνα, κάνεις τρίτο καφέ, η πρώτη γουλιά είναι ηδονική και σου καίει τη γλώσσα, διαβάζεις με δυσκολία απαιτητικά αγγλικά κείμενα και βλαστημάς στις άγνωστές σου λέξεις, πάνω από τις μισές, και πιάνεις πάλι τη δουλειά, και ξαναπάς το σκύλο σου βόλτα, και βλαστημάς για το μαρκαδόρο, και επιστρέφεις την ταινία που είδατε χθες και νοικιάζεις άλλη, και αγοράζεις φιλτράκια από φόβο μην ξαναξεμείνεις, και έρχεται από τη δουλειά, κάθεστε στο γραφείο, κι ώς τότε έχει πεθάνει κι άλλος, ή και άλλοι πολλοί, και κλείνεις τη δουλειά, βλέπετε την ταινία που νοίκιασες, ετοιμάζεις γιαούρτι με κάτι μέσα, βρόμη και τέτοια, πλένεις ροδάκινα και νεκταρίνια, κλείνετε την τηλεόραση και το βίντεο, πηγαίνετε για ύπνο, διαβάζετε τα βιβλία σας, αγκαλιάζεστε, κι ώς τότε έχουν πεθάνει κι άλλοι, κι άλλοι πολλοί, πολλοί, όλοι, και είναι όλα αυτά πράγματα που κάνει κανείς μέσα στη μέρα του.
Πρέπει να γίνει κάτι πολύ βαρύ από τη μεριά της νυν αξιωματικής αντιπολίτευσης τις λίγες ημέρες που έμειναν μέχρι το κλείσιμο της ψευδοαριστερής παρένθεσης για να μη σκάσει η φούσκα του Τσίπρα, του απόλυτου βαρονέτου Μινχάουζεν της ελληνικής πολιτικής σκηνής — πρέπει να γίνει μία τεράστια γκάφα. Γιατί αλλιώς δεν δικαιολογείται το εκλογικό σώμα να δώσει εκ νέου τη νίκη, έστω και με μία ψήφο διαφορά, στον θλιβερό θίασο που για το τίποτε διέλυσε τη χώρα και κινδύνευσε να τη χωρίσει από την ιστορία και τη μοίρα της, που οφείλει να είναι η Δύση και όχι το σκοταδιστικό σύμπαν ταινίας δεύτερης διαλογής που ονειρεύονταν στα καφενεία τα αμόρφωτα πλην καλά τακτοποιημένα οικονομικά στελέχη τού ΣΥΡΙΖΑ, αυτοί οι πυλώνες της αντίδρασης, του εθνικισμού και του σκοταδισμού. Δεν θα γίνει κάτι τέτοιο. Και το freak show θα σκορπίσει. Η 21η του μηνός θα είναι η Επόμενη Ημέρα για τις τάξεις της Ριζοσπαστικής λεγόμενης Αριστεράς, ή αν θέλετε η απαρχή των Walking Dead της. Οπότε και το ανθρωποφαγικό θέαμα που φυσιολογικά και κατά πάσα βεβαιότητα θα ακολουθήσει θα έχει μεγάλο κοινωνιολογικό ενδιαφέρον. Αλλά δεν πρέπει να μείνουμε σ’ αυτό: πρέπει να μείνουμε σταθεροί στο μεγάλο μήνυμα που (έστω και πολύ αργοπορημένα, έστω και με τόση καθυστέρηση) θα στείλουμε στην Ευρώπη: η ήττα του Τσίπρα θα ισοδυναμεί με ένα ηχηρό συγγνώμη. Με ένα γενναίο mea culpa. Κι αυτή τη φορά, επειδή είδαμε και πάθαμε και αφανιστήκαμε, θα το εννοούμε. [§] Θα μας συγχωρέσουν. Άλλωστε πρόκειται για μας, όχι για όλους. Όλο αυτό αφορά εμένα και σένα, όχι κάποιον ξένο. Μόνο εμένα και σένα.