Σύνδεση συνδρομητών

Το σαββοπουλικόν εμείς. Σαββόπουλος και Σεφέρης

Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2025 10:06

Θέλει δουλειά πολλή για να πεις εμείς. Και να το εννοείς. Και να το νιώθεις.

Αυτή είναι, χωρίς περιστροφές –ή μάλλον, με όλες τις περιστροφές του κόσμου–, η πολλή δουλειά, «μεροδούλι, μεροφάι, στιχουργική», που έκανε επί τόσα χρόνια, δεκαετίες, ο Διονύσης Σαββόπουλος. Ήτανε έργο δύσκολο, κόπος μεγάλος, σαν του Σίσυφου. Σαν τον πίθο των Δαναΐδων –τον γέμιζε κι άδειαζε, τον γέμιζε κι άδειαζε–, σαν την κανάτα μιας αέναης γιορτής, που όμως είναι τρύπια. Ο μύθος τη θέλει τρύπια. Ανικανοποίητη. Ανίκανη να χορτάσει. Ε, όλη του τη ζωή, κι ακόμα παραπέρα, μέχρι αύριο και μεθαύριο πια, ο Διονύσης Σαββόπουλος προσπάθησε και θα προσπαθεί να γεμίσει το κανάτι της κοινής γιορτής μας.

Άμα γεμίσει το τρύπιο κανάτι, τότε θα έχουμε μαζέψει εκεί μέσα φυλαγμένο αυτό το εμείς. Αλλά όχι, σου λέει ο Σαββόπουλος, και που προσπαθείς να το γεμίσεις το κανάτι, και που μπαίνεις στη γιορτή, καλό είναι. Είναι καλό γιατί δε μαραζώνεις σαν το Σίσυφο, ή τον Τάνταλο, ή τον Πλάτωνα – ή τον Σεφέρη.

Το εμείς του Σεφέρη είναι πειστικό –το νιώθει, και το νιώθεις κι εσύ– αλλά είναι κοπιαστικό, κουρασμένο, ξοδεμένο. Είναι το εμείς του Μυθιστορήματος του 1935:

Τον άγγελο τον περιμέναμε προσηλωμένοι τρία χρόνια… ψάχναμε να βρούμε πάλι το πρώτο σπέρμα για να ξαναρχίσει το πανάρχαιο δράμα… γυρίσαμε στα σπίτια μας τσακισμένοι, μ’ ανήμπορα μέλη, με το στόμα ρημαγμένο από τη γέψη της σκουριάς και της αρμύρας… Οι σύντροφοι τέλειωσαν με τη σειρά, με χαμηλωμένα μάτια… Οι φίλοι μας έφυγαν, ίσως να μην τους είδαμε ποτέ… Ο τόπος μας είναι κλειστός, όλο βουνά… Ο τόπος μας είναι κλειστός. Τον κλείνουν οι δυο μαύρες Συμπληγάδες. Στα λιμάνια την Κυριακή σαν κατεβούμε ν’ ανασάνουμε βλέπουμε να φωτίζονται στο ηλιόγερμα σπασμένα ξύλα από ταξίδια που δεν τέλειωσαν, σώματα που δεν ξέρουν πια πώς ν’ αγαπήσουν… πάνω στους μαύρους βράχους τα σχήματα των δέντρων και τα σπίτια με λίγο φως από τα παιδικά μας χρόνια…

Γραμμή, από το Δεκέμβρη του 1934 που τελειώνει το Μυθιστόρημα ο Σεφέρης, ξαναπιάνει το νήμα ο Σαββόπουλος με το Φορτηγό. 1934 - 1966:

Μη μου το πεις, οι παλιοί μας φίλοι, μην το πεις, για πάντα φύγαν. Μη, το ’μαθα πια, τα παλιά βιβλία, τα παλιά τραγούδια, για πάντα φύγαν. Πέρασαν οι μέρες που μας πλήγωσαν. Γίνανε παιχνίδι στα χέρια των παιδιών. Η ζωή αλλάζει δίχως να κοιτάζει τη δική σου μελαγχολία, κι έρχεται η στιγμή για ν’ αποφασίσεις με ποιους θα πας και ποιους θ’ αφήσεις. Πέρασαν για πάντα οι παλιές ιδέες, οι παλιές αγάπες, οι κραυγές. Γίνανε παιχνίδι στα χέρια των παιδιών. Όμορφη στιγμή να το ξαναπώ, όμορφη να σας μιλήσω, βλέπω πυρκαγιές πάνω από λιμάνια πάνω από σταθμούς, κι είμαι μαζί σας. Όταν ο κόσμος μας θα καίγεται, όταν τα γεφύρια πίσω μας θα κόβονται, εγώ θα είμαι κει να σας θυμίζω τις μέρες τις παλιές.

Ένα βράδυ που είχα μαλώσει με τον καλύτερό μου φίλο και που είχα αποφασίσει οριστικά να μην τον ξαναδώ ποτέ, ούτε να του ξαναμιλήσω, ένιωσα τι εννοούσε ο Διονύσης. Το «μη μου το πεις» το έλεγε στο Σεφέρη. Ήταν η απάντηση στο στίχο του Σεφέρη: «Οι φίλοι μας έφυγαν, ίσως να μην τους είδαμε ποτέ», «ε, μη μου το πεις» του απαντάει ο Σαββόπουλος, «μην το πεις», επιμένει, « το ’μαθα πια». Και μετά, σα να του λέει (μαζί με τον Αναγνωστάκη), «το θέμα είναι, τώρα τι λες». «Η ζωή αλλάζει», κυρ-Γιώργη, «δίχως να κοιτάζει τη δική σου μελαγχολία, κι έρχεται η στιγμή για ν’ αποφασίσεις με ποιους θα πας και ποιους θ’ αφήσεις». Γιατί «πέρασαν οι μέρες που μας πλήγωσαν». Μην είναι ετούτες οι Μέρες του Σεφέρη, τα ημερολόγιά του; Χα. Όχι, δεν μπορεί, πολύ αργότερα αρχίσανε να εκδίδονται οι Μέρες, μετά το θάνατο του Σεφέρη το ’71. Αλλά η μέρα είναι λέξη τόσο σεφερική: «Η τελευταία μέρα», έτσι κλείνει το Ημερολόγιο Καταστρώματος Α΄ (1940). Κι αν κάπου είχε ακούσει ο Σαββόπουλος ότι ο Σεφέρης κρατάει ημερολόγιο που το λέει Μέρες; Αδύνατον. Αλλά κι οι σταθμοί και τα λιμάνια του τραγουδιού του Σαββόπουλου, κατευθείαν από τον Σεφέρη. Σύμβολα μείζονα της σεφερικής μελαγχολίας: «Ο τελευταίος σταθμός» και, στο Μυθιστόρημα του 1935, «τα λιμάνια με τα σπασμένα ξύλα», με τα ναυάγια. Σύμβολα με ζωή δική τους, μετωνυμικά, αυτονομημένα. «Πάνω από [σεφερικά] λιμάνια και [τελευταίους] σταθμούς βλέπω πυρκαγιές», λέει ο Σαββόπουλος. Παλιές ιδέες, παλιές αγάπες, κραυγές, παλιά βιβλία, παλιά τραγούδια, μέρες παλιές – όλα παιχνίδια στα χέρια των παιδιών. Ποιων παιδιών; «Τα σχήματα των δέντρων και τα σπίτια με λίγο φως από τα παιδικά μας χρόνια» στο Μυθιστόρημα. Αυτά τα δέντρα και τα σπίτια και τα σπασμένα ξύλα από ταξίδια είναι που καίγονται στον Σαββόπουλο; Και τα παιδιά, ποια είναι; «Ο τόπος μας είναι κλειστός, όλο βουνά… Δεν έχουμε ποτάμια δεν έχουμε πηγάδια δεν έχουμε πηγές, μονάχα λίγες στέρνες άδειες κι αυτές», μοιρολογάει ο Σεφέρης, άρα «Πώς γεννήθηκαν πώς δυναμώσανε τα παιδιά μας;» ρωτάει. Κι όμως κι όμως, απαντάει όλο πονηριά ο Διονύσης: και γεννηθήκανε (στη Σαλονίκη!) και μεγαλώσανε και δυναμώσανε και να τα τώρα – παιχνίδι όλα αυτά τα παλιά τα μελαγχολικά στα χέρια τους. Ναι, δεν έχουμε ποτάμια, «τα γεφύρια πίσω μας θα κόβονται» λέει στο τραγούδι του ’66 ο Σαββόπουλος, ναι, καίγονται τα ναυάγιά σου κυρ-Γιώργη, αλλά… Αλλά.

Είναι πολύ εύκολο κι απλουστευτικό να κάνουμε τη σχέση Σεφέρη - Σαββόπουλου μια ωραία πατροκτονία, όπου ο νεαρός Διονυσάκης, άμουσος ακόμη (εννοώ χωρίς μούσι), είναι ένα από αυτά τα παιδιά που σε πείσμα των μεμψίμοιρων προβλέψεων Σεφέρη μια χαρά δυναμώσανε και τραγουδάνε το νιο τραγούδι τους και το ροκ του παρόντος και του μέλλοντός τους (και μας). Γενικώς, είναι ωραίο να καταγράψουμε την πορεία του Σαββόπουλου ως μια πορεία εναντίωσης στον πατέρα. Αλλά – υπάρχει ένα μεγάλο αλλά, ήδη παρόν, σε αυτό το μικρό τραγουδάκι του πρώτου δίσκου του 1966.

Πριν το μαρτυρήσω, να ρίξω κι άλλα ξύλα στη φωτιά της φιλολογικής δικολαβίας. Το 1963, που λέτε, πήρε το Νόμπελ ο Σεφέρης. Σιγά μη και δεν τον είχε ξεκοκκαλίσει ένας νεαρούλης Σαλονικιός που μόλις είχε κατέβει Αθήνα, ένας νεαρός με τόσο πάθος για τα λόγια, με τόση φιλοδοξία και τόσο ταλέντο για τα λόγια, που σχεδόν ποτέ δεν βγήκε, για όλα τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του, πρόταση βαρετή απ’ το στόμα του. Και το Μυθιστόρημα, μέσα στο σεφερικό έργο, έλαμπε. Αφού το πήρε, την ίδια εποχή, χαμπάρι κι ο Θεοδωράκης: επιστρέφοντας στα «Επιφάνια 1937» του Σεφέρη (γράφοντας τώρα μουσική για ολόκληρο το ποίημα που είχε μελοποιήσει πρώτη φορά απόσπασμά του το 1960), μελοποίησε μαζί και τέσσερα ποιήματα απ’ το Μυθιστόρημα, πιο γνωστό απ’ τα οποία έγινε το «Λίγο ακόμα θα ιδούμε τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν». Κακώς λέω ότι το «πήρε χαμπάρι» ο Θεοδωράκης το Μυθιστόρημα του Σεφέρη. Δεν το πήρε χαμπάρι. Το ένιωσε στο πετσί του. Κλεισμένος μέσα στις φυλακές Αβέρωφ, εκεί, στα 1968, δυο χρόνια πάρα κάτι μετά το παρθενικό Φορτηγό του Διονύση.

Κι αυτό που ένιωσε ο φυλακισμένος Θεοδωράκης στο πετσί του ήταν… Ήταν το αλλά το παραπάνω. Ήταν το εμείς του Μυθιστορήματος. Το πρώτο συλλογικό πληθυντικό, το πονεμένο, το αδυσώπητο, το συντροφικό. Ξανά, ο Σεφέρης, απ’ το Μυθιστόρημα – το εμείς το πυρακτωμένο – να οι «πυρκαγιές» του σαββοπουλικού τραγουδιού, να το «κι είμαι μαζί σας»:

Εδώ αράξαμε το καράβι να ματίσουμε τα σπασμένα κουπιά… Η θάλασσα που μας πίκρανε είναι βαθιά κι ανεξερεύνητη και ξεδιπλώνει μιαν απέραντη γαλήνη. Ξαναμπαρκάραμε με τα σπασμένα μας κουπιά… Τρία κόκκινα περιστέρια μέσα στο φως, μοιράζοντας τη μοίρα μας μέσα στο φως, με χρώματα και χειρονομίες ανθρώπων που αγαπήσαμε… Κι όλο τριγύρω ανήφοροι στα βουνά, μας βαραίνουν οι φίλοι που δεν ξέρουν πια πώς να πεθάνουν… Γιατί δεθήκαμε και σκορπιστήκαμε και παλέψαμε με δυσκολίες ανύπαρχτες όπως λέγαν, χαμένοι, ξαναβρίσκοντας ένα δρόμο γεμάτο τυφλά συντάγματα, βουλιάζοντας μέσα σε βάλτους και μέσα στη λίμνη του Μαραθώνα, θα μπορέσουμε να πεθάνουμε κανονικά;… Λίγο ακόμα θα ιδούμε τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν, τα μάρμαρα να λάμπουν στον ήλιο, τη θάλασσα να κυματίζει, λίγο ακόμα, να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα…

Γι’ αυτό, δεν κάνει τελετουργικές πατροκτονίες ο Διονύσης στο τελευταίο τραγούδι του Φορτηγού. Δεν είναι: από δω ο μεμψίμοιρος Σεφέρης – από κει ο ορμητικός Σαββόπουλος ροκάς. Δεν είναι: από δω οι παλιές ιδέες και τα παλιά βιβλία και οι παλιές μέρες και οι παλιοί φίλοι – από κει οι νέοι που όλα θα τα σαρώσουμε και θα τα έχουμε παιχνίδι να παίζουμε. Όχι, ο Διονύσης το λέει καθαρά: σε αυτό το παιχνίδι είμαστε όλοι μαζί, «είμαι μαζί σας», είμαστε μαζί με τον Σεφέρη, από την ίδια μεριά, από τη σωστή πλευρά, τη σωστή πλευρά της ιστορίας που λέει ότι μαζί, όλοι μαζί, σύντροφοι, όλοι μαζί, εξίσου πατεράδες και εξίσου παιδιά όλοι μας, εξίσου μητεράδες και εξίσου παιδιά όλες μας, «δεθήκαμε και σκορπίσαμε και παλέψαμε με δυσκολίες ανύπαρχτες (όπως λέγαν), χαμένοι», «βουλιάζοντας μέσα στη λίμνη του Μαραθώνα», όλοι μαζί, αντάμα, «συντάγματα τυφλά». We are the grown-ups now. Είμαστε παιδιά ο ένας του άλλου.

Γι’ αυτό, στο «Οι παλιοί μας φίλοι», εκεί δα, στο τέλος-τέλος, το ξεκαθαρίζει ο Διονύσης.  Όταν ο κόσμος μας θα καίγεται, εγώ θα είμαι εκεί, μαζί σας, να σας θυμίζω τις μέρες τις παλιές. Άρα όχι, δε φύγανε οι παλιοί φίλοι και οι παλιές τους μέρες. Είναι πάντα εδώ. Ή, με τα λόγια του Κωστή Παπαγιώργη: «Ακόμα και νεκρός, μπορεί κανείς να είναι φίλος». Όσο είμαι παιδί, άλλο τόσο είμαι και μεγάλος, είμαι και σύντροφος, κραυγάζει ο 22χρονος Διονύσης απ’ την καρότσα του Φορτηγού του. Είμαι μαζί με το Σεφέρη, είμαστε όλοι μαζί, πλήρωμα στην Αργώ, και πάμε πάνω καταπάνω στις Συμπληγάδες.

savvopoulospapadatos

Αλέκος Παπαδάτος / The Books’ Journal

Πάντα τη γιορτή τού εμείς σ’ εκατό παραλλαγές τραγουδάει ο Σαββόπουλος, με όλους μαζί στο χορό, ζωντανούς και νεκρούς. O Διονύσης Σαββόπουλος από τον Αλέκο Παπαδάτο, εξώφυλλο στο τεύχος 79 του Books' Journal, Ιούλιος-Αύγουστος 2017.

Σημείωση για τους πιο σχολαστικούς: Σχετικά με τη σαββοπουλική «πατροκτονία», βλέπε τις εξαιρετικές παρατηρήσεις του Δημήτρη Καράμπελα, στο επίμετρο της μονογραφίας του για τον Διονύση Σαββόπουλο και την ποιητική του, που μόλις επανεκδόθηκε σε αναθεωρημένη μορφή (Διονύσης Σαββόπουλος, Αθήνα: Μεταίχμιο, 2024, επίμετρο: «Ο Διονύσης Σαββόπουλος και το ανέφικτο του πατρικού λόγου», αυτοτελώς δημοσιευμένο προηγουμένως στο αφιέρωμα της Νέας Εστίας στον Σαββόπουλο, τεύχος 1880, Μάρτιος 2019). Ο Καράμπελας είναι, θαρρώ, ο πιο οξυδερκής μελετητής του Σαββόπουλου που διαθέτουμε, κι ένας από τους πιο χαρισματικούς, αφού πάντα σε βάζει σε σκέψεις με έναν ακαταμάχητα αγαπητικό τρόπο. Για τον Καράμπελα, η σαββοπουλική «πατροκτονία» σαφώς συντελείται, αλλά σταδιακά ο Σαββόπουλος βρίσκει νέους πατεράδες σε καλλιτέχνες που μπορέσανε να ακολουθήσουνε δικό τους δρόμο (και με τις δύο έννοιες: δική τους μουσική μορφή αλλά και πνευματική ιδέα) – βρίσκει, δηλαδή, μια «πατρική» παράδοση μη παράδοσης στον πατέρα, βρίσκει πατεράδες που «κάνανε ελεύθερα», που εξεγερθήκανε κατά των πατεράδων τους ή έστω τους κάνανε πέρα, βρίσκει Μπάτη και Τσιτσάνη. Αν κάπου διαφωνώ με την οπτική Καράμπελα είναι στο χρόνο και τον τρόπο της σαββοπουλικής πατροκτονίας. Νομίζω εξαρχής (ήδη στο Φορτηγό) ο μουσικός ποιητής Σαββόπουλος αυτούς που νιώθει πατεράδες, τους νιώθει και συντρόφους: οι πνευματικοί του πατεράδες, όπως ο Σεφέρης, είναι και σύντροφοί του – και το βάρος, η ψυχική φόρτιση, το Besetzung του σαββοπουλικού έργου πέφτει εκεί: στους συντρόφους, στο εμείς, όχι στους πατεράδες.

Αυτό το συντροφικό εμείς νιώθει στο πετσί του, σε όλη την πορεία του ο Σαββόπουλος, κι αυτό πάντα τραγουδάει, τη γιορτή τού εμείς, σ’ εκατό παραλλαγές, με όλους μαζί στο χορό, ζωντανούς και νεκρούς. Κι έτσι κάπως ο Διονύσης –ο δεύτερος εθνικός μας Διονύσιος– λίγο, λιγάκι, σηκώνεται λίγο ψηλότερα, ώς κάτι σα λύτρωση: έλα μαζί Σεφέρη μου να σε χορέψω. Στο ταψί.

Ναι, η παλιά μελαγχολία. Αλλά ναι, και το κοινό τραγούδι. Του τράγου η ωδή. Άρα το «κοινό» είναι πλεονασμός: τραγούδι είναι ό,τι το κοινό. Ό,τι και το κοινό.

Να το νήμα. Είναι ελληνική ιδιορρυθμία (καταπώς λένε οι καθ’ ημάς θρήσκοι «μοναστήρι ιδιόρρυθμον», δηλαδή με το δικό του τυπικό); Είναι ελληνική ιδιαιτερότητα; Πολιτισμική (όχι, προς Θεού, φυλετική) ιδιοσυστασία; Αυτή είναι η «ετερότητα νοήματος» του Γιανναρά (πατρός); Αυτό είναι που εδώ αναπτύξαμε και αναπτύσσουμε, ο χορός του δράματος, το δράμα του χορού; – που είναι πάντα ομαδικός – όχι, ποτέ, pas-de-deux (πα-ντε-ντε, τι κακόηχα που ηχεί στα ελληνικά!). Αυτό είναι η απάντηση στον φαουστιανό μύθο, τον μύθο του μοναχικού ανθρώπου απέναντι στον εξίσου μοναχικό Θεό του – τον μόνο μύθο της δυτικοευρωπαϊκής νεωτερικότητας;  

Δεν το ξεύρω. Ειλικρινά. Ας αφήσουμε, λέω γω, στην άκρη το οικείο πατριωτικό σύμπλεγμα, ας μην κάνουμε κι εμείς τσουλήθρα –φτάνει, όχι άλλο πια– στις ολισθηρές ατραπούς που μας στέλνουνε ντουγρού στην ουσιοκρατία του μεγαλείου της φυλής (έστω και της πολιτισμικής). Κι αν λιγάκι κινδυνεύει ενίοτε ο Διονύσης από ετούτη εδώ την ουσιοκρατία, έχει τη σοφία να βάλει στην καρδιά του Μπάλλου (που δεν είναι ο νησιώτικος μπάλος με τα ζευγαράκια να κάνουνε αλαφροπάτητες φιγούρες), ναι, έχει τη σοφία να βάλει στην καρδιά του Μπάλλου χάλκινα βαλκανικά, και νταούλια και κρόταλα, και (σλαβο)μακεδονίτικο ασκό (παιγμένο απ’ τον Θόδωρο Κεκέ) και μια «βαλκανική λαϊκή μελωδία» (έτσι τη λέει στο οπισθόφυλλο του δίσκου) – έναν σλάβικο ρυθμό, ντιλε-ντεμλε-ντιλέμ: Ματσεντόνια λέν’ οι Ιταλοί τη φρουτοσαλάτα που έχει λίγο απ’ όλα, ήγουν ανήκουνε και σε άλλους λαούς ετούτοι οι χοροί, κι ας πούμε ότι όλοι είμαστε γείτονες, αφού όλοι οι καλοί χωράμε, κι έτσι ας προχωράμε, ’ντάξει; Ή όπως λέει κι ο ίδιος για το δίσκο του ’71, για το «βαλκανικό» του «ροκ»: «Με την μουσική του Μπάλλου κυκλοφορώ σαν τραγουδιστής μέσα στα Βαλκάνια που έχω στο μυαλό μου. Πάω Μαύρη Θάλασσα, Βουκουρέστι και Κωστάντζα. Πάω και στην Αθήνα και στην Άγκυρα».

Οπότε, ας μας δένει με την αρχαία του τράγου την ωδή μία κλωστή, κι ας είναι ετούτη η κλωστή η ζωή μας. Να το νήμα που δένει όλα τα τραγούδια του Σαββόπουλου σε χορό κυκλωτικό – από το πρώτο του τραγούδι: «Τότε τη δική μου θα νιώσεις την ψυχή, που κάθε βράδυ γίνεται λατέρνα σε γιορτή, του τσίρκου τους ανθρώπους ανταμώνει στη σκηνή, μαζί τους υποκλίνεται για σένα θεατή» (έλα κι εσύ μαζί!), μέσα από όλα τα μέσα και τα ενδιάμεσα: «Φίδι πίθηκος κι αητός, με το δείπνο το μεγάλο, θα τελειώσουμε τον μπάλλο, φίδι πίθηκος κι αητός… Και το τραγούδι λέει πως παίρνω την ευθύνη, πως είμαι αρχηγός σ’ αυτό το πανηγύρι (Μπάλλος, 1971)… Ολαρία ολαρά, με σουραύλια και βιολιά, θα βρεθούμε όλοι μαζί στο πανηγύρι, θα ’ναι όλη η παλιά μας συντροφιά, και θα πιούμε από το ίδιο το ποτήρι και την πιο πικρή γουλιά (Βρώμικο ψωμί, 1972)… Χορός: Εμπρός ανάψτε τη φωτιά έχουμε ραβαΐσι, γιορτάζουνε τα χώματα φεγγοβολάει το χιόνι. Έχουμε κρασί καινούργιο και γιουβέτσι μες στο φούρνο… Μάγερά μου κι εργοδότη, συνεταίρε και συμπότη, σήκωσε το γιοματάρι για να ανθίσει το κουφάρι (Αχαρνής, 1977)… Μέχρι τα ουράνια σώματα, με πομπούς και με κεραίες, φτιάχνουν οι Έλληνες κυκλώματα κι ιστορία οι παρέες… Ελασσόνα, Λιβαδειά, Μελβούρνη, Μόναχο, Αλαμάνα και Γραβιά, Αμέρικα, Βελεστίνο, Άγιοι Σαράντα, Εσκί Σεχίρ, Κώστας, Κώστας, Μανώλης, Πέτρος, Γιάννης, Τάκης, Πλατεία Ναυαρίνου, Διοικητηρίου κι Εξαρχείων, Αλέκος, Βασίλης, Άγγελος, Μπιζανίου κι Αναλήψεως, 25ης Μαρτίου (Τα τραπεζάκια έξω, 1983)… Εμείς του ’60 οι εκδρομείς, απόμακροι εξ αρχής, εκτός παραδομένου κόσμου εμείς, ανήλικοι διαρκώς, μα κι απ’ το καθεστώς αμόλυντοι ευτυχώς (Το κούρεμα, 1989)»… ίσαμε (σχεδόν) το τελευταίο: «Στο μικρόφωνο ανεβαίνω, το θεριό γλεντάει, μόνος μου είμαι στην ορχήστρα μ’ έναν ίσκιο πλάι. Έλα στο χορό! Μόνο να σε βλέπω, μόνο αυτό μπορώ. Νύχτα ξαστεριά! Άναψαν φωτάκια σ’ όλα τα χωριά. Της Αγια-Τριάδας ήρθαν μέρες φτερωτές. Το χωριό το Μούρεσι χορεύει από προχτές. Έλα στο χορό! Πάρε με κι εμένα, λίγο να χαρώ. Σύρε το συρτό, πέρα κι απ’ τον κόσμο και απ’ τον κύκλο αυτό (Ο Χρονοποιός, 1999)».

Μένει πάντα το ερώτημα τι ακριβώς είναι ετούτο το σαββοπουλικό πανηγύρι, ποιοι ακριβώς απαρτίζουν το σαββοπουλικόν εμείς. Όμως «ακριβώς» σημαίνει «ακρυβώς», και ο Διονύσης πάντα λιγάκι κρύβεται – όχι από μπαμπεσιά κι υστεροβουλία, αλλά από αγνή απορία, από μυστική διερώτηση. Ποιες και ποιοι είναι αυτοί οι συμμάγειροι συμπότες συνεταίροι; Ποια είναι η «παλιά μας συντροφιά»; Ποιοι είναι οι σύντροφοι που μοιράζονται και την «πιο πικρή γουλιά», ποιες είναι οι παρέες που «φτιάχνουν ιστορία»; Νομίζω, τα παραταγμένα ονόματα του «Τσάμικου» το λένε καθαρά: Κώστας, Κώστας, Μανώλης. Κάθε κανονική παρέα δεν έχει δυο-τρεις Κώστηδες;

Η σαββοπουλική παρέα είναι η κάθε παρέα. Και το σαββοπουλικόν εμείς δεν είναι πληθυντικός – είναι πληθυντικό.

Όχι όλοι εφ’ ενός ζυγού, αλλά σκόρπιοι, διάφοροι, που τους ζυγούς λύσανε, μπουλούκι, μάγοι, πλανόδιοι, ήδη στο Φορτηγό, κι έπειτα σε κάθε δίσκο: εμείς με τα κάτασπρα αμαξάκια στο τοπίο του βυθού – εμείς οι φίλοι μια νύχτα του χειμώνα σε τούτα τα Βαλκάνια, σε τούτον τον αιώνα – εμείς που τριγυρνάμε στα σκοτάδια μ’ αεροπλάνα και βαπόρια και με τους φίλους τους παλιούς – εμείς, ο λαός, ο λαός στα πεζοδρόμια, εμείς στη συγκέντρωση της ΕΦΕΕ, συντρόφοι οικοδόμοι φοιτητές – εμείς, οι δυο Ελλάδες που σιγοπίνουν το πιοτό – εμείς, μοναξιά ελληνική μου, και κάθε τι μοναχικό στον κόσμο αυτό – εμείς οι μελαμψές φυλές οι κοντοπόδαρες, οι Κωλοέλληνες κι οι Πανέλληνες, εμείς, μιας δίψυχης ωδής παράλογα μεικτής με συμπεριφορές ανατροπής και της βαθιάς μας της ζωής της συντηρητικής, εμείς οι εκκρεμείς, οι εκδρομείς, υπόγειας διαδρομής – κι έτσι πάει, λέγοντας, μαζί και με όλες τις παρέες –Μπουρμπούλια κι «Αουντουαντάρια»– που στήσανε και τους ίδιους τους δίσκους.

Καλά, θα πεις, εχθροί δεν υπάρχουν; Είναι κι αυτοί άλλες παρέες; Η έριδα της φυλής; Όχι, οι εχθροί είναι εχθροί. Αλλά ποιοι είναι οι εχθροί του μοναχικού «επαρχιώτη στην Ομόνοια»; Ποιοι είναι «το καθεστώς» απ’ το οποίο είμαστε «αμόλυντοι ευτυχώς», άμα όλοι είμαστε «κωλοέλληνες, τσιφτετέλληνες, συντρόφων θύτες με γονείς ληστές»; Άρα, και στη γιορτή μπορεί να χωρέσουνε κι οι εχθροί, αρκεί να μάθουνε κι αυτοί να τραγουδάνε πανηγυριώτικο σκοπό: «Φίλους και εχθρούς στις μικρές μου πλάτες όμορφα να σήκωνα σαν να ’ταν επιβάτες… Ολαρία ολαρά, με σουραύλια και βιολιά, θα βρεθούμε όλοι μαζί στο πανηγύρι, γύρω-γύρω τα παιδιά, ο Μαρκήσιος ντε Σαντ με έναν χίπη, ο φονιάς με το θύμα αγκαλιά, ο γραμματέας μαζί με τον αλήτη, κι η παρθένα με τον Σατανά». Άρα, προσέχτε πώς κρίνετε, μήπως κριθείτε.

Η τραγωδία, τραγωδία – αλλά κάθε τραγωδία έχει και χορό. Κι ο Σαββόπουλος, κορυφαίος του. Αυτό νιώσαμε, και γι’ αυτό τον ακολουθήσαμε, και τον ακολουθάμε, όλοι εμείς μαζί, στο χορό του.

Όπως η Ελλάδα του «Τσάμικου» είναι ισοδύναμη με «κάθε τι μοναχικό στον κόσμο αυτό», έτσι και το σαββοπουλικό εμείς είναι ισοδύναμο με κάθε τι συλλογικό στον ίδιο κόσμο αυτό. Αντί για τη μοναξιά, ο δεσμός, η αγάπη η φιλιωμένη (όχι μόνο η ερωτική), το συντροφικό σεφερικό «δεθήκαμε και σκορπίσαμε και παλέψαμε με δυσκολίες ανύπαρχτες» – «χαμένοι», αλλά πάντα, για τον Διονύση Σαββόπουλο, και «γιορτινοί». 

Γιορτινοί ναι, όμως εκεί δα, στο τέλος τέλος του τελευταίου δίσκου, με το πλάγιο φως που τον βρίσκει μόνο, στο δωμάτιο («Το φως στις 10 π.μ.»), λιγάκι μελαγχολεί. Κι αλλού, κι αλλού, και κάθε τόσο, μελαγχολεί και μένει μόνος. Δεν είναι παίξε-γέλασε τα Βαλκάνια. Δεν είναι εύκολο να είσαι διαρκώς ο Δικαιόπολις. Γιατί το τραγούδι είναι ίδια φύτρα με την τραγωδία, όχι με την κωμωδία. Τραγούδι-τραγωδία. He-goat-song. Μετωνυμία σκέτη. Αβάσταχτη. Όπως έγραψε τόσο ωραία κι ο Τάσος Φαληρέας το 1997 (το βρίσκετε στη Σούμα των τραγουδιών του Σαββόπουλου): «Πες, το ΠΑΣΟΚ [σσ. το παλιό ΠΑΣΟΚ εννοεί, μη μου διαμαρτύρεστε!], πες η Ρούλα, πες η BMW, πες το Καταραμένο Οικόπεδο, έχουν κάνει την κοινωνική αλητεία τρόπο ζωής [σσ. «έχουμε» εννοεί, μη χαίρεστε!]. Για έναν ριζοσπάστη καλλιτέχνη σαν τον Σαββόπουλο τα πράγματα θα είναι πάντα δύσκολα και το παιχνίδι του θα είναι πάντα στην κόψη του ξυραφιού. Θα υπάρχει πάντα ένα μεγάλο κοινό που θα τον αγνοεί, και ένα άλλο μικρότερο που όσο πάει θα γίνεται πιο φανατικό». (Αλλά μπορεί, φίλε Τάσο –ακόμα και νεκρός, μπορεί κανείς να είναι φίλος– ναι, φίλε Τάσο, μπορεί κι αυτό το μικρότερο κοινό να μεγαλώσει, να πιάσει όλους τους μαθητές κι όλους τους τράπερ του 2025, να πιάσει μια μέρα το στίχο και την κραυγή –ξανά, ξανά, ξανά– από την αρχή: «Αουντουαντάρια Αουνταριά, προσπάθησα ξανά, μοιάζει τελείως ξένο μέσα στον κόσμο αυτόν, μα κάποτε θα ’ναι, αχ πότε θα ’ναι, στα χείλη ολονών»).

Όμως ακόμα δεν είμαστε εκεί. «Με την πόρτα γυρτή το φως του μπάνιου να γλιστράει στη σιωπή. Να σε νοιώθω εδώ, σ’ αυτό το πλάγιασμα, σε τούτη την ηχώ. Ναι, μ’ ένα φως τεχνητό, να βρει τον κόσμο το δικό μου σ’ αγαπώ. Φως που τραγουδάει, ενώ είναι νύχτα, κι ενώ δεν είσαι πλάι».

Αλλά δεν είναι αυτή η μινοριά η τελευταία νότα. Ξαναγυρίζει στη σκηνή ο τράγος, σ’ αυτό τον τελευταίο δίσκο του ’99 (γιατί τόσα χρόνια σιωπή μετά, Διονύση; Από ενταξοσύνη; Που ήξερες ότι η βολή δε φτιάχνει ίδιο τραγούδι;) – όπως και να ’χει, ξαναγυρίζει λοιπόν ο τράγος στη σκηνή, και μας ρωτάει ο Διονύσης: «Ποιος φτιάχνει τα ανέκδοτα;» Μας λέει για το Θάνο τον Βελούδιο, «αεροπόρο στου αιώνα τις αρχές, στα τέλη του όμως τρωγλοδύτη που επαιτούσε», χαμογελούσε και του απαντούσε: τα ανέκδοτα τα φτιάχνουν οι φυλακισμένοι στο κελί, οι φαντάροι τη νύχτα στη σκοπιά, κι οι αρρώστοι στα νοσοκομεία, αυτοί «που ακούς μες στη φωνή τους, τη ζωντανή τους, την πλούσια μοναξιά». Βελούδιος Θάνος αυτός, ο σοφός. «Έχω ένα όνομα κι εγώ, μα τι μ’ αυτό; Μες στην κοινή μας τελική ανωνυμία σκιρτά η αιτία για όλα τα αστεία. Κι απ’ της κουτσής κιθάρας μου τη μαύρη νότα, σκάει το γελάκι της η αθάνατη πνοή, για ν’ ανταμώσουμε αθώοι μες στα φώτα, ενώ σαν πρώτα, σκοτάδι είν’ η ζωή».

Με τα λόγια του Σεφέρη του Μυθιστορήματος: «Τρία κόκκινα περιστέρια μέσα στο φως, μοιράζοντας τη μοίρα μας μέσα στο φως, με χρώματα και χειρονομίες ανθρώπων που αγαπήσαμε… Εδώ τελειώνουν τα έργα της θάλασσας, τα έργα της αγάπης. Εκείνοι που κάποτε θα ζήσουν εδώ που τελειώνουμε, αν τύχει και μαυρίσει στη μνήμη τους το αίμα και ξεχειλίσει, ας μη μας ξεχάσουν… Εμείς που τίποτε δεν είχαμε θα τους διδάξουμε τη γαλήνη».  

Ναι, εμείς που τίποτε δεν είχαμε. Εμείς, μες στην κοινή μας τελική ανωνυμία.

Τι άλλο είναι η αριστερά (ποτέ με Α κεφαλαίο, ενικό – πάντα με α μικρό, πληθυντικό), τι άλλο είναι η αριστερά αν όχι αυτό το εμείς;

 

 

Ορφέας Απέργης

Ποιήματα, μεταφράσεις και δοκίμιά του βρίσκονται στα περιοδικά Ποίηση, Ποιητική, Νέα Εστία. Από το 2013 γράφει κυρίως για το λογοτεχνικό περιοδικό ΦΡΜΚ. Κυκλοφορούν τα ποιητικά βιβλία του: η συγκεντρωτική έκδοση, Υ (2011), Η γλώσσα τους (2019), Σαν χρέος (2020), Καθαριστήριο: σάτιρες (2021), Δασκαλόπετρα (2022), Τύφλαντ (2023). Με το ψευδώνυμο Αλέκος Σμπαρούνης υπογράφει το σατιρικό πεζογράφημα Η Επιτροπή (2021).

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.