Η ελληνική έκδοση του περιεκτικού όσο και εμβριθούς βιβλίου του Κρίστοφερ Χιλ, Η εξωτερική πολιτική τον 21ο αιώνα, είναι γεγονός ιδιαίτερης σημασίας. Πρόκειται για βιβλίο που, βασισμένο στη μακρά ερευνητική, συγγραφική και διδακτική εμπειρία ενός από τους κορυφαίους διεθνολόγους στην Ευρώπη, έχει ήδη κατακτήσει την υπόσταση ενός σύγχρονου κλασικού στην ανάλυση της εξωτερικής πολιτικής. Όπως εύστοχα σημειώνει ο επιμελητής της ελληνικής έκδοσης Γιώργος Ευαγγελόπουλος, η παρουσία του βιβλίου στα πανεπιστήμια αλλά και στη δημόσια συζήτηση μπορεί να συνεισφέρει στη βελτίωση της ποιότητας του δημόσιου διαλόγου σε θέματα εξωτερικής πολιτικής. Με δεδομένη και την υποδειγματική δουλειά που έγινε από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, το έργο του καθηγητή Χιλ είναι σήμερα ό,τι καλύτερο διαθέτουμε στα ελληνικά για τη συνολική προσέγγιση της εξωτερικής πολιτικής.
Αξίζει, καταρχάς, να επισημάνουμε την κριτική ματιά του συγγραφέα, αφιερώνοντας δυο γραμμές σε καθιερωμένες θεωρίες τις οποίες το έργο του βρετανού διεθνολόγου μας βοηθά να αποτιμήσουμε εκ νέου, χωρίς να παραγνωρίζει την αξία τους. Κάποιες από αυτές περιορίζουν τον ορίζοντα της εξωτερικής πολιτικής σε τέτοιο βαθμό που μπορεί να διερωτηθούμε αν ως πεδίο η εξωτερική πολιτική αξίζει αυτοτελή μελέτη. Υπάρχει βέβαια μια προφανής, άμεση απάντηση: όσο υπάρχουν κράτη, θα υπάρχει εξωτερική πολιτική. Και ένα μεγάλο τμήμα των διεθνών αλληλεπιδράσεων –παρότι σίγουρα όχι όλες– θα μπορεί να χαρακτηρίζεται με αυτό τον κάπως παραδοσιακό αλλά πάντα επίκαιρο τρόπο.
Όπως όμως εξηγεί ο συγγραφέας, αυτή η γνώριμη έννοια της «εξωτερικής πολιτικής» προσκρούει σε διάφορα προβλήματα, προβλήματα με διαφορετικούς βαθμούς βαρύτητας. Η σχετικοποίηση της «κυριαρχίας», η οποία αντιμετωπίζεται σήμερα περισσότερο ως δέσμη επιμέρους στοιχείων παρά ως απόλυτη έννοια, η ιλιγγιώδης επιτάχυνση της αλληλεξάρτησης, η σχετικοποίηση της ίδιας της διάκρισης ανάμεσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό, το εγχώριο και το ξένο, όλες αυτές οι αμφισβητήσεις διαμορφώνουν ένα νέο πεδίο ερωτημάτων για την πρακτική και την ανάλυση της εξωτερικής πολιτικής.
Το διεθνές σύστημα
Σε αυτό το πλαίσιο, η μελέτη των διεθνών σχέσεων τείνει στη σχετική υποβάθμιση του πεδίου της εξωτερικής πολιτικής, αφενός λόγω των αμφιβολιών αναφορικά με το βαθμό ανεξαρτησίας των κρατών, αφετέρου λόγω της επικέντρωσης στην εξήγηση των δομών και της δυναμικής του διεθνούς συστήματος ή (από άλλη σκοπιά) τις επιδράσεις της παγκοσμιοποίησης.
Πράγματι, τόσο οι νεορεαλιστικές όσο και οι φιλελεύθερες θεσμικές θεωρίες που κυριαρχούν στις διεθνείς σχέσεις, παρά τις σημαντικές διαφορές τους, τείνουν να υιοθετούν την οπτική γωνία του διεθνούς συστήματος, εις βάρος της αναλυτικής βαρύτητας της εξωτερικής πολιτικής των επιμέρους μονάδων του. Με αυτό τον τρόπο, «επιτυχημένη» εξωτερική πολιτική είναι αυτή που αναγνωρίζει τα ερεθίσματα και τα σήματα που έρχονται από το διεθνές σύστημα.
Αλλά εάν η εξωτερική πολιτική καθορίζεται από τη δομή του διεθνούς συστήματος, τότε πρόκειται μόνον οριακά για «πολιτική»: έχει εξαιρετικά περιορισμένα περιθώρια δράσης και επιλογών. Εάν π.χ. το διεθνές σύστημα είναι διπολικό, τριπολικό ή ισορροπίας ισχύος με πέντε ή έξι κράτη, αντίστοιχη θα είναι και η εξωτερική πολιτική των μεγάλων, μεσαίων ή μικρών κρατών. Από την άλλη πλευρά, ένα τμήμα του κριτικού έργου στις διεθνείς σχέσεις, όπως ο κονστρουκτιβισμός, φαίνεται να είναι περισσότερο σε θέση να αναλύσει τις επιδράσεις των δομών στους δρώντες, παρά τις επιδράσεις των δρώντων στις δομές. Με άλλα λόγια, η ανάλυση της εξωτερικής πολιτικής παραμένει ένα πεδίο στο οποίο η διάδραση δρώντων και δομών ενθαρρύνει για περαιτέρω ανάλυση και για ολοένα πιο σύνθετες προσεγγίσεις.
Πράγματι, εάν το κρίσιμο ζήτημα είναι μόνον η σχέση του κράτους με το διεθνές σύστημα και τους διεθνείς θεσμούς, η εσωτερική πολιτική, η κοινή γνώμη, η κοινωνία πολιτών, οι ομάδες πίεσης, τα ΜΜΕ, όλα αυτά καθίστανται στοιχεία δυνητικής παραμόρφωσης της ορθής κρίσης της εξωτερικής πολιτικής, στοιχεία που υποτίθεται πως μάλλον αποπροσανατολίζουν τους υπεύθυνους για τη λήψη αποφάσεων.
Όπως όμως αναδεικνύει ο προβληματισμός του Χιλ, η ανάλυση της εξωτερικής πολιτικής δεν μπορεί να αγνοήσει ούτε τη σχέση της με τις ανερχόμενες διεθνικές (transnational) παραμέτρους (η εξέταση των «διεθνικών επανακαθορισμών» στο όγδοο κεφάλαιο είναι, απλώς, υποδειγματική) ούτε να αποσυνδεθεί από ορισμένες θεμελιώδεις απόψεις και προσεγγίσεις αναφορικά με δυο «κλασικά» ζεύγη εννοιών και τις μεταξύ τους σχέσεις. Αναφορικά, καταρχάς, με τις δομές και τους δρώντες στη διεθνή πολιτική. Αναφορικά, επίσης, με τη νομιμοποίηση και την αποτελεσματικότητα.
Δημόσια πολιτική
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξωτερική πολιτική πρέπει να αντιμετωπίζεται περισσότερο ως ένα πολύ ιδιαίτερο, σύνθετο και κρίσιμο πεδίο δημόσιας πολιτικής παρά ως ένα εξωτικό τερραίν διπλωματικής δράσης επίδοξων συνεχιστών του Ρισελιέ και του Μαζαρίνου. Αντί να υποκύπτει σε μια ειδική, διπλωματική νομιμοποίηση αποστρέφοντας το βλέμμα από τις αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό, η προσέγγιση στην εξωτερική πολιτική οφείλει να διατηρεί συνεχώς στην εποπτεία της τις σχέσεις, τις εντάσεις και τις τριβές ανάμεσα στο κράτος και το διεθνές περιβάλλον αλλά και ανάμεσα στο κράτος και την κοινωνία.
Εδώ εντοπίζεται ακόμη μια ουσιαστική συμβολή του βιβλίου. Αναφέρομαι στη διεξοδική συζήτηση για τη σχέση μεταξύ της ελευθερίας επιλογών στην εξωτερική πολιτική και τις παραμέτρους όχι μόνο του περιφερειακού και διεθνούς περιβάλλοντος αλλά και τα δεδομένα και τις παραδόσεις του παρελθόντος. Όπως επιχειρηματολογεί ο συγγραφέας, σε κάθε τομέα της δημόσιας πολιτικής οι υπεύθυνοι πρέπει να επιτύχουν μια ισορροπία ανάμεσα στην αποστασιοποίηση από το παρελθόν και στην υποταγή σε αυτό.
Υπάρχουν παραδόσεις που είναι βαθιά ριζωμένες, όπως υπάρχουν και παραδόσεις που είναι σχετικά πρόσφατες και αλλάζουν με σχετική ευκολία. Αλλά αυτό που έχει σημασία είναι ότι οι επιλογές στην εξωτερική πολιτική, εφόσον αυτή διατηρεί ένα πεδίο σχετικά αυθύπαρκτης αναλυτικής υπόστασης, γίνονται σε διάλογο με αυτές τις παραδόσεις που επηρεάζουν περισσότερο ή λιγότερο τις αποφάσεις.
Ακριβώς λοιπόν επειδή υπάρχει αυτός ο διάλογος και αυτή η αλληλεπίδραση, μπορούμε να ρωτήσουμε, χωρίς να υπεισέλθουμε απαραίτητα στη συγκρότηση των αντιλήψεων περί «εθνικού συμφέροντος»: «τι εκπροσωπεί η εξωτερική πολιτική»; Και, «ποιους εκπροσωπεί η εξωτερική πολιτική»; Ακόμη και τα πιο σημαντικά έθνη, με πλούσιες, εμπειρότατες και παλαιές παραδόσεις εξωτερικής πολιτικής μπορούν να κάνουν λάθη. Μπορούν, με άλλα λόγια, να προκαλούν ζημίες στην περαιτέρω προσπάθεια υπεράσπισης των εθνικών στόχων. Το Brexit αποτελεί έξοχο όσο και θλιβερό παράδειγμα. Η εξωτερική πολιτική προϋποθέτει ένα κυμαινόμενο, μετασχηματιζόμενο με αργές ή γρήγορες μετατοπίσεις, αλλά πάντως υπαρκτό υπόστρωμα στρατηγικών στόχων. Οι στόχοι ενσωματώνουν και κάποιες αντιλήψεις για τις βασικές γεωγραφικές και χρονικές παραμέτρους ενός κράτους, που όμως φέρει και τα χαρακτηριστικά ενός συγκεκριμένου πολιτικού συστήματος. Από αυτή τη σκοπιά, η εξωτερική πολιτική δεν είναι δυνατό να γίνει «απλώς» ένα σύστημα σχετικά ορθολογικών αντιδράσεων σε διεθνή σήματα. Δεν αφορά μόνο τη συμβολή στη σταθερότητα (ή την αστάθεια) του περιβάλλοντος. Αφορά και το εξίσου κρίσιμο πεδίο σχέσεων μεταξύ κράτους και κοινωνίας. Ως προς το σημείο αυτό, ο συγγραφέας συντάσσεται τελικά με τη θεωρητική παράδοση για την οποία είναι απαραίτητες τόσο η εσωτερική νομιμοποίηση όσο και η εξωτερική αποδοχή της εξωτερικής πολιτικής.
Ο Χιλ είναι πρώτιστα αναλυτής, όχι θεωρητικός. Δεν επεξεργάζεται θεωρητικά το πεδίο της εσωτερικών συναινέσεων και της ισορροπίας μεταξύ εσωτερικών συναινέσεων και εξωτερικών αποτελεσμάτων, μεταξύ εσωτερικής νομιμοποίησης και εξωτερικής αποτελεσματικότητας. Διαθέτει τη σοφία που του επιτρέπει να δηλώνει ότι δεν μπορεί κανείς να «επιλύσει» όλα τα προβλήματα, αλλά πρέπει να τα διαχειριστεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Με εντυπωσιακό ιστορικό υπόβαθρο και χαρακτηριστική άνεση στη χρήση αναρίθμητων εμπειρικών παραδειγμάτων και περιπτώσεων, αναδεικνύει τη σημασία της προσεκτικής και λελογισμένης επανασύνδεσης του δήμου με την εξωτερική πολιτική.
Εάν συνδυαστεί με την αναζήτηση εσωτερικών συναινέσεων, η «επιτυχία» στην εξωτερική πολιτική αποκτά την πραγματική σημασία της, αναφορικά τόσο με τη νομιμοποίηση συγκεκριμένων επιλογών όσο και με τις πιθανότητες μακροπρόθεσμης επιβίωσης των επιλογών αυτών ως προτάσεων βιώσιμης συνύπαρξης σε ένα σταθερό περιβάλλον. Υπεραπλουστεύοντας, ίσως, την εκλεπτυσμένη αλλά και τολμηρή προσέγγιση του Χιλ, θα έλεγα ότι η εξωτερική πολιτική στις σημερινές, σύνθετες συνθήκες, οφείλει να αναπτύξει ικανότητες πλοήγησης ανάμεσα στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, ανάμεσα στον λαϊκισμό της μονοσήμαντα εσωτερικής νομιμοποίησης και την άκριτη και άβουλη εξάρτηση από τα σήματα ή την ισχύ των παραμέτρων του περιβάλλοντος.
Σε αυτή τη δύσκολη αναζήτηση, το βιβλίο του Χιλ αποτελεί πολύτιμο εργαλείο.