Σύνδεση συνδρομητών

Το «μαύρο κουτί» της ελληνικής πολιτικής οικονομίας

Δευτέρα, 27 Δεκεμβρίου 2021 00:45

Δημήτρης Ιωάν. Μηλιάκος, Η κοινωνικοοικονομική πορεία και το βίαιο τέλος της Αγροτικής Τράπεζας. Ντοκουμέντα, μυθεύματα και αναπάντητα ερωτηματικά, Βασδέκης, Αθήνα 2021,  262 σελ.

Ζούμε σε ένα ιστορικό μεταίχμιο καθώς νέες προκλήσεις μεγάλης κλίμακας  για τις κοινωνίες και την πολιτική  πηγάζουν από την οικονομική κρίση, την πανδημία, την κλιματική κρίση, τα μεταναστευτικά ρεύματα, την τεχνολογική εξέλιξη (η λέξη κλειδί εδώ είναι η ψηφιοποίηση), τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις. Γιατί τότε ασχολούμαστε με ένα επεισόδιο του παρελθόντος – το άδοξο τέλος της ΑΤΕ;   Η απάντηση είναι απλή: για να κατανοήσουμε τι πήγε στραβά, γιατί πήγε στραβά και τι θα πρέπει να προσέξουμε στο μέλλον. (τεύχος 124)

Το ανά χείρας βιβλίο του Δημήτρη Μηλιάκου προσφέρει μια συναρπαστική περιγραφή  «αφανών συμπαιγνιών» (Mancur Olson) και αντιθέσεων συμφερόντων μεταξύ πολλών εμπλεκομένων στις οικονομικές διαδικασίες – πολιτικών, τράπεζας, ανταγωνιστών του ιδιωτικού τομέα, συνεταιρισμών, ανεξάρτητων αρχών, τοπικών παραγόντων και συνδικαλιστών.  Η μελέτη του Δημήτρη Μηλιάκου είναι μια case study που ξεκλειδώνει το εν πολλοίς «μαύρο κουτί» της νεοελληνικής πολιτικής οικονομίας και αναδεικνύει τον κυρίαρχο ρόλο των πελατειακών πρακτικών, οι οποίες οι ιστορικοί μας και οι κοινωνιολόγοι θεωρούν ότι αποτελούν επιβίωση (και μετάλλαξη) προνεωτερικών θεσμών.

Στη δημόσια συζήτηση, οι πελατειακές πρακτικές γίνονταν συχνά και μάλλον υποκριτικά αντιληπτές σαν ζήτημα ηθικής, όμως είχαν βαθιές επιπτώσεις σε οικονομία και κράτος. Ενδεικτικά μόνο σημειώνω εδώ ότι συσχετίζονται καλά με την  αναποτελεσματικότητα του κράτους (του συστήματος διακυβέρνησης) και με τη διαφθορά. Το αποτέλεσμα είναι η κακή χρήση των διαθέσιμων πόρων, οικονομικές ανισορροπίες (ελλείμματα, χρέη), χαμηλή  εμπιστοσύνη στους τυπικούς θεσμούς (κυβέρνηση, πολιτικά κόμματα, Βουλή κ.ά.). [1]

 

Κρίκος της κρατικής παρεμβατικής αλυσίδας

Η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος (ΑΤΕ) ήταν μέρος ενός ευρύτερου συστήματος κρατικής παρέμβασης που είχε διαμορφωθεί πριν από την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ). Περιλάμβανε μηχανισμούς στήριξης των τιμών των αγροτικών προϊόντων, άμεσες εισοδηματικές ενισχύσεις, επιδοτήσεις των αγροτικών εισροών, μέτρα προστασίας από τις εισαγωγές (δασμούς και ποσοτικούς περιορισμούς κυρίως) και ευνοϊκή πιστωτική πολιτική μέσω της ΑΤΕ και των συνεταιρισμών.

Οι επίσημοι στόχοι της παρεμβατικής πολιτικής φαίνονταν καλοί: να σταθεροποιηθούν τα εισοδήματα των αγροτών και να αναπτυχθεί η εγχώρια παραγωγή προς την κατεύθυνση προϊόντων με καλή εσωτερική και εγχώρια ζήτηση.  Όμως, όπως λένε οι Γερμανοί, ο δρόμος προς την κόλαση είναι γεμάτος καλές προθέσεις. Ολόκληρο το σύστημα ήταν προφανώς  εκτεθειμένο  στην πελατειακή  λογική που επισκίασε τελικά τις αρχικές και περιστασιακά μεταγενέστερες καλές επιδόσεις. Σε αυτό το σύστημα επενδύθηκαν σταδιακά ατομικά και οικογενειακά,  πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα.

Η Διοίκηση Μηλιάκου ανέλαβε την ΑΤΕ τον Μάιο του 2004 με αρνητικά ίδια κεφάλαια και ζημιές που ξεπερνούσαν τα 4 δισ. ευρώ. Κανονικά, η Τράπεζα θα έπρεπε να είχε τεθεί υπό επιτήρηση από την Τράπεζα της Ελλάδος, αφού τα ίδια κεφάλαια είχαν εξανεμιστεί. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια ήταν πολλά. Ενδεικτικά, ο Όμιλος Αλλαμανή όφειλε 210 εκατ. ευρώ και η Sex Form 65 εκατ. ευρώ! Επιπλέον, η ΑΤΕ παρείχε εγγυητικές  σε ιδιωτικές εταιρείες χωρίς ουσιαστικές διασφαλίσεις. Το βιβλίο περιέχει ολόκληρο κεφάλαιο για τις εξίσου προβληματικές σχέσεις μεταξύ αγροτικών συνεταιρισμών, ΑΤΕ και πολιτικής.[2]  Ο Δημήτρης Μηλιάκος γράφει:

Οι ένοχοι δεσμοί στελεχών με τις αμφιλεγόμενες και ενίοτε χαριστικές δανειοδοτήσεις σε επιχειρηματίες, στο μεγαλύτερο μέρος των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, σχεδόν στο σύνολο των χρηματιστηριακών εταιρειών, στους συνεταιρισμούς, στις εταιρείες μετοχικού ενδιαφέροντος της ΑΤΕ, καθώς και οι κάθε μορφής πελατειακές σχέσεις με το κυβερνών τότε κόμμα, ήταν τροχοπέδη στην πορεία της Τράπεζας.[3]

Τα θαλασσοδάνεια σε συγκεκριμένες εταιρείες και ομίλους είχαν  ξεπεράσει  τα 700 εκατομμύρια ευρώ. Τα δάνεια αυτά, γράφει ο συγγραφέας,  χορηγήθηκαν χωρίς την τήρηση στοιχειωδών κριτηρίων χορήγησης δανείων που πρέπει να εφαρμόζουν οι τράπεζες.

Αυτές και άλλες συναφείς παρατηρήσεις με την ανάλογη τεκμηρίωση είναι η χαρά κάθε ερευνητή που υιοθετεί, έστω με κάποιες επιφυλάξεις, την οπτική της δημόσιας επιλογής.

 

Εξυγίανση (2004-9) χωρίς συνέχεια;

Η  διοίκηση Δημήτρη Μηλιάκου αποδύθηκε εξ αρχής (2004) σε έναν αγώνα δρόμου για την εξυγίανση της ΑΤΕ, δίνοντας συνέχεια σε αποσπασματικές προηγούμενες προσπάθειες. Ως προς τα θαλασσοδάνεια, όπως γράφει ο Μηλιάκος,  η  Τράπεζα προχώρησε στη διασφάλιση, έστω και εκ των υστέρων, των συμφερόντων της με την εγγραφή υποθηκών και την είσπραξη των καθυστερημένων οφειλών αυτής της κατηγορίας, ρύθμισε το ασφαλιστικό των υπαλλήλων της βάσει του νόμου 3371/2005 αποτρέποντας τη χρεοκοπία των ασφαλιστικών της ταμείων,  επιτάχυνε την απεμπλοκή της από ζημιογόνες συμμετοχές σε επιχειρήσεις. έγινε πιο εξωστρεφής κ.ά.

Συνολικά, βεβαιώνει ο Δημήτρης Μηλιάκος, η ΑΤΕ βελτίωσε  τους βασικούς δείκτες και τα οικονομικά της αποτελέσματα και έγινε υπολογίσιμος παίκτης στην τραπεζική αγορά.

Αλλά ακόμα και στις ευνοϊκές συνθήκες της περιόδου 2004-2009 δεν έλειψαν πολιτικές  αποφάσεις που προκαλούσαν προβλήματα στην τράπεζα. Χαρακτηριστικά, όταν έκλεισε η ΚΥΔΕΠ, η κυβέρνηση της ΝΔ με σχεδόν οικουμενική συνεννόηση επέβαλε την πρόσληψη των ασχέτων με τα τραπεζικά υπαλλήλων της ΚΥΔΕΠ στην Αγροτική Τράπεζα, την Αγροτική Ασφαλιστική και στο υπουργείο Γεωργίας.  Η «λύση» αυτή θα εφαρμοσθεί συχνά και μετά το 2010 από άλλες κυβερνήσεις σε ιδεολογική σύγχυση. Π.χ. το 2016 η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ μετέταξε πλεονάζοντες υπαλλήλους του ΟΣΕ στα ΑΕΙ, όπου μάλιστα  μερικοί μηχανοδηγοί έγιναν προϊστάμενοι… φοιτητικών εστιών! Το αποτέλεσμα ήταν να προκαλούνται προβλήματα λειτουργίας, βαθμολογικής ιεραρχίας, μισθολογικής «τακτοποίησης» και, φυσικά, ποιότητας των υπηρεσιών. 

 

Η οικονομική κρίση και το άδοξο τέλος

Μετά το 2009, το τραπεζικό σύστημα κλονίστηκε καθώς η χώρα βρέθηκε στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, η εμπιστοσύνη των καταθετών μειώθηκε και τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια αυξάνονταν ραγδαία. Σε αυτή την κατάσταση, όλες οι τράπεζες υπέστησαν ένα ακόμα πλήγμα με το περιβόητο PSI (2012). Αναπόφευκτα, η κρίση παρέσυρε και την ΑΤΕ Bank.

Κριτικά, μπορώ να πω ότι θα περίμενα περισσότερα για τις επιπτώσεις της κρίσης (παγκόσμιας και ελληνικής) στις τράπεζες και ειδικά στην ΑΤΕ μετά το 2009. καθώς και εκτενέστερες αναφορές στις δεσμεύσεις της χώρας έναντι της τρόικας με τα «μνημόνια». Π.χ. στο δεύτερο «μνημόνιο» του Φεβρουαρίου 2012  καταγράφεται ως  κρίσιμο προαπαιτούμενο για τη χορήγηση νέας βοήθειας η επεξεργασία και εφαρμογή μιας  στρατηγικής μεταρρύθμισης του τραπεζικού τομέα που αφορούσε ευθέως και ρητά  την τύχη της ΑΤΕ.

Τώρα, κεντρική θέση του Δημήτρη Μηλιάκου είναι ότι και μετά το 2009 η ΑΤΕ Bank μπορούσε να επιβιώσει ως ανεξάρτητη τράπεζα και ότι το τέλος της, με τη μεταβίβαση του «καλού» τμήματός της στην Τράπεζα Πειραιώς, ήταν προϊόν «πολιτικών μεθοδεύσεων» μετά την κυβερνητική αλλαγή του 2009 και όχι οικονομικών δεδομένων.[4] Σημειώνει επίσης ότι η όλη διαδικασία ήταν αδιαφανής. 

Συνοπτικά, ο εσωτερικός εκσυγχρονισμός αναιρέθηκε «πολιτικά» την περίοδο της κρίσης και κατέληξε στην πώλησή της  στην Τράπεζα Πειραιώς για να διασωθεί η… ιδιωτική τότε Τράπεζα Πειραιώς.

Οι  απόψεις  του Δημήτρη Μηλιάκου είναι, αναμφισβήτητα, τολμηρές για ένα πολιτικό στέλεχος. Πάντως την ακριβώς αντίθετη άποψη είχαν θεσμοί όπως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η Τράπεζα της Ελλάδος, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και υιοθέτησε η κυβέρνηση το 2012. Την τρόπον τινά επίσημη άποψη συνόψισε τον Αύγουστο 2012 ο τότε διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος, Γιώργος Προβόπουλος, σε ομιλία του στη Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής. Εκεί υποστήριξε ότι  η τράπεζα

«δεν ήταν βιώσιμη αφού εμφάνιζε χρόνια δομικά προβλήματα», και «ένα κακής ποιότητας ενεργητικό λόγω του κρατικού εναγκαλισμού και αδυναμιών στο πλαίσιο διαχείρισης κινδύνων. Αυτά κατέληγαν συχνά σε μια δανειοδοτική πολιτική που παρέβλεπε τα τραπεζικά κριτήρια».[5]

Τα παραπάνω εντάσσονται άνετα στη φιλοσοφία των αποκρατικοποιήσεων από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 και συνεχίζονται μέχρι σήμερα. Το κύριο οικονομικό επιχείρημα: οι ιδιωτικές επιχειρήσεις είναι αποτελεσματικότερες από τις δημόσιες. Και η ΑΤΕ είχε μετατραπεί μεν σε ΑΕ, αλλά  κύριος μέτοχος παρέμενε το κράτος.  Επομένως, τίθεται το ερώτημα αν θα μπορούσε να διατηρηθεί το εκσυγχρονιστικό momentum με δεδομένο τον κρατικό εναγκαλισμό, την κατάσταση της δημόσιας οικονομίας και τις πολιτικές παραδόσεις της χώρας.  

Εν κατακλείδι, το βιβλίο μπορεί να διαβασθεί όχι μόνον ως ιστορικό της ΑΤΕ μέχρι την κρίση, αλλά και ως συνεισφορά στην πολιτική οικονομία (δηλαδή στις σχέσεις οικονομίας και πολιτικής) της χώρας.

 

[1] Aris Trantidis, Clientelism and economic policy. Greece and the crisis, Routledge, London and New York, 2016. Βλ. επίσης  Θ. Πελαγίδης και Μιχάλης Μητσόπουλος, Ανάλυση της ελληνικής οικονομίας. Η προσοδοθηρία και οι μεταρρυθμίσεις, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2006. Βλ. επίσης αναρίθμητες ειδικές μελέτες του Δημήτρη Σωτηρόπουλου για τη Δημόσια Διοίκηση, του Μάνου Ματσαγκάνη για τις κοινωνικές ασφαλίσεις κ.ά.

[2] Δημήτρη Μηλιάκου, Η πορεία και το βίαιο τέλος της Αγροτικής Τράπεζας, εκδόσεις Βασδέκης, Αθήνα 2021, σελ. 69 και μετά.

[3]Όπως πριν, σελ. 102.

[4] Όπως πριν, σελ. 228-9.

[5] Την επίσημη άποψη παραθέτει εντίμως ο Δ. Μηλιάκος. Βλ. και ολόκληρο το σχετικό κείμενο  στον τόμο Τράπεζα της Ελλάδος, Το χρονικό της μεγάλης κρίσης, Αθήνα 2014, σελ. 213 και μετά.

Πάνος Καζάκος

Oμότιμος καθηγητής διεθνών οικονομικών και ευρωπαϊκών σχέσεων του Πανεπιστημίου Αθηνών. Βιβλία του: Θεσμικές μεταρρυθμίσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση (1996), Η Ελλάδα και το ευρωπαϊκό μέλλον της Τουρκίας (2001), Πολιτική και ιδεολογία (2003), Εξηγώντας την κοινωνία (2006), Αναθεώρηση του συντάγματος και οικονομία (2007), Έτοιμη για το μέλλον; (2008), Από τον ατελή εκσυγχρονισμό στην κρίση (2019), Μετά το “Μνημόνιο” (επιμ., 2011).

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.