Σύνδεση συνδρομητών

Ο Στρατής Τσίρκας και η λογοτεχνία του Ψυχρού Πολέμου

Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2025 10:15

Γιάννης Παπαθεοδώρου, Άγραφες ιστορίες. Για τις Ακυβέρνητες Πολιτείες του Στρατή Τσίρκα, Άγρα, Αθήνα 2024, 296 σελ.

«Γραφειοκράτες» διανοούμενοι και πρακτικές λογοκρισίας, «χαμένες φωνές» των νεκρών συντρόφων, αναπαραστάσεις «σιωπηρών ιθαγενών»: ο Γιάννης Παπαθεοδώρου ανασυνθέτει τρεις άγραφες ιστορίες για τις Ακυβέρνητες Πολιτείες του Στρατή Τσίρκα και τοποθετεί την τριλογία στο διεθνές πλαίσιο της εποχής, στο πλαίσιο της λογοτεχνίας του Ψυχρού Πολέμου.

Ερχόμενος από το Παρίσι, όπου είχε έδρα η LITUNO, την οποία θα εκπροσωπούσε στο Συνέδριο, ο Όλιμ Άσφαλτ πέρασε ξυπνητόν βραχνά ολονυχτίς στο βαγόνι του, όταν πήρε και ξαναδιάβασε τον περίφημο λόγο του Χρουστσόφ (το μέρος τέλος πάντων που δημοσίευσαν τότε οι εφημερίδες) στο 20ό Συνέδριο του Κόμματος, λίγες ημέρες πρωτύτερα.[1]

Η σατιρική νουβέλα του Στήβεν Σπέντερ, Στρατευμένος στο γράψιμο (1958), ξεκινά με την άφιξη του Άσφαλτ στη Βενετία, τον Μάρτιο του 1956. Παρωδεί διανοούμενους-εκπροσώπους διεθνών οργανισμών –η LITUNO υποβάλλει την UNESCO– που συμμετείχαν σε Συνέδριο για να προαγάγουν την επικοινωνία σε ζητήματα πολιτισμού ανάμεσα στις δύο πλευρές του Σιδηρού Παραπετάσματος.

«Τι νομίζετε για όσα παραδέχεται τώρα ο Χρουστσόφ πως συνέβησαν επί Στάλιν;», ρωτά ξάφνου ο Άσφαλτ έναν καθηγητή Φυσικής. Και πάλι αργότερα: «Και δεν μου λέτε, κύριε καθηγητά, τι γνώμη έχετε για τις δηλώσεις του Χρουστσόφ αναφορικά με τον Στάλιν και τη λατρεία της ηγετικής προσωπικότητας;»[2] Η Μάγδα Καρίντυ, η ουγγαρέζα διερμηνέας των ρώσων διανοουμένων στο Συνέδριο, ήταν όλο αυτιά, καθώς ο Άσφαλτ ρωτούσε: τέτοια προσοχή έδινε, που εκείνος «πανικοβλήθηκε, καθώς πήρε να τη φαντάζεται να περνάει σύνορα, να αλλάζει στρατόπεδο και να πρέπει τώρα του λόγου του να αναλάβει ευθύνες και να δώσει εξηγήσεις, επειδή εκείνη άφησε την Ανατολή για τη Δύση, που θα της άνοιγε τα μάτια».[3] Το 1956 ξεσπά η Ουγγρική Επανάσταση. Η «Κομμουνιστική απομάγευση» (Communist disillusionment) αποτελεί «διακριτό θέμα στα αγγλο-αμερικανικά φιλελεύθερα μυθιστορήματα της δεκαετίας του ’50», καθώς παρατηρεί η Ρέιτσελ Πόττερ. Τα ψυχροπολεμικά αφηγήματα αναστρέφουν το τυπικό μοτίβο της λογοτεχνίας του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, το μοτίβο της «μύησης», της διάπλασης πολιτικής –κομμουνιστικής– συνείδησης, του κεντρικού ήρωα.[4] Το μυθιστόρημα του Σπέντερ πρωτοδημοσιεύεται σε συνέχειες στο Encounter και μας μεταφέρει στην καρδιά του λεγόμενου «Πολιτισμικού Ψυχρού Πολέμου»: ο Σπέντερ ήταν συνεκδότης του Encounter το οποίο χρηματοδοτούσε το Congress for Cultural Freedom (CCF) που, σύμφωνα με ύστερες αποκαλύψεις, ελεγχόταν από τη CIA.[5]

Τα γεγονότα του 1956 –η «μυστική έκθεση» Χρουστσόφ, η Ουγγρική Επανάσταση, η Κρίση του Σουέζ– και το πνεύμα αμφισβήτησης και ανανέωσης που συνεπέφεραν αποτελούν αφετηρία και σταθερό σημείο αναφοράς στις Άγραφες ιστορίες. Όπως εξηγεί ο Γιάννης Παπαθεοδώρου, η μεταπολεμική λογοτεχνία χαρακτηρίζεται από «διπλή χρονικότητα»: το ένα χρονικό επίπεδο καταλαμβάνει το πρόσφατο ιστορικό παρελθόν, ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος· το δεύτερο επίπεδο, η μεταπολεμική εποχή:

Στο βαθμό που η περίοδος του πολέμου αποτελεί αντικείμενο ιστορικής και λογοτεχνικής αναπαράστασης στη μεταπολεμική εποχή, είναι ευνόητο ότι η παραγωγή αφηγήσεων με θέμα τον πόλεμο και την αντίσταση καθορίζεται από τα πολιτικά και πολιτισμικά συμφραζόμενα της μεταπολεμικής περιόδου. (σ. 137)

Η κύρια, κατά τη γνώμη μου, συμβολή του Παπαθεοδώρου είναι πως στρέφει τώρα το ενδιαφέρον από την πρώτη στη δεύτερη χρονικότητα, εγγράφοντας την τριλογία στο διεθνές πλαίσιο της εποχής. «Εθνική ασφάλεια, στρατιωτικές και ιδεολογικές συγκρούσεις, προπαγάνδα, κατασκοπεία, ιντέλλιτζενς, αντιιμπεριαλισμός» είναι ορισμένα θέματα που, κατά τον Άντριου Χάμμοντ, διέπουν τη λογοτεχνία κάθε τόπου την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου.[6] Έτσι και τα τρία κεφάλαια του βιβλίου, οι τρεις Άγραφες ιστορίες του τίτλου του, επικεντρώνονται σε ζητήματα κομβικά για τη μελέτη της ψυχροπολεμικής λογοτεχνίας: το πρώτο κεφάλαιο συζητά πρακτικές λογοκρισίας στο πλαίσιο της ιδεολογικής αντιπαράθεσης και των μηχανισμών της κομματικής διανόησης· το δεύτερο εξετάζει τους τρόπους με τους οποίους μεταπλάθεται το τραύμα του πολέμου και συγκροτείται η πολιτισμική μνήμη· το τρίτο κεφάλαιο παρακολουθεί τα νήματα που συνδέουν τις Ακυβέρνητες Πολιτείες με την «αντιστασιακή λογοτεχνία της αποαποικιοποίησης» (σ. 265).   

 

Λογοκρισία «ήπιας ισχύος»

«Γνωρίζουμε», γράφει ο Παπαθεοδώρου, «πως δίπλα στη δημοσιευμένη και δημόσια ιστορία της κριτικής της τριλογίας υπήρξε μια δεύτερη διακριτή αλλά, πάντως, συμπληρωματική ιστορία, την οποία δεν πληροφορήθηκε ποτέ το αναγνωστικό κοινό εκείνης της εποχής και που, για δεκαετίες, έμενε σφραγισμένη στα κομματικά αρχεία, καθώς αφορούσε αποκλειστικά τη “στενή κομματική διανόηση”» (σ. 33). Αυτήν ακριβώς την παράλληλη ιστορία της κριτικής φωτίζει ο Παπαθεοδώρου στο πρώτο κεφάλαιο της μελέτης του, όπου εξετάζει την υποδοχή της Λέσχης από τον Λογοτεχνικό Κύκλο της Διαφώτισης του παράνομου τότε ΚΚΕ με έδρα το Βουκουρέστι (η αρχειακή συλλογή φυλάσσεται στα ΑΣΚΙ). Τα νέα δεδομένα συμπληρώνουν την έρευνα γύρω από τη συγχρονική πρόσληψη των Ακυβέρνητων Πολιτειών, ιδίως τις θεμελιακές εργασίες της Χρύσας Προκοπάκη και του Μίλτου Πεχλιβάνου.[7] Και μας οδηγούν παραπέρα.

Εδώ εξετάζονται εύστοχα οι αντιδράσεις της κομματικής διανόησης απέναντι στο έργο του Τσίρκα μέσα στο ευρύτερο πολιτισμικό τους πλαίσιο, δηλαδή στους μηχανισμούς λογοκρισίας στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου. Μνημονεύεται το παράδειγμα της εκδοτικής περιπέτειας που είχε ο Δόκτορ Ζιβάγκο του Παστερνάκ: το 1956 λογοκρίθηκε στην ΕΣΣΔ ως «κακοήθης λίβελος εναντίον των Μπολσεβίκων», το 1957 κυκλοφόρησε στη Δύση και την επόμενη χρονιά ο ρώσος συγγραφέας τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ.[8] Αν η περίπτωση του Παστερνάκ αποτελεί την περισσότερο συζητημένη μορφή λογοκρισίας, την άμεση παρέμβαση κρατικής αρχής στην παραγωγή και διακίνηση των λογοτεχνικών έργων, ο Παπαθεοδώρου συζητά, με αφορμή την περίπτωση του Τσίρκα, δύο λιγότερο διερευνημένες μορφές: τη λογοκρισία «ήπιας ισχύος» («soft censorship»), μια έμμεση δηλαδή μορφή ελέγχου που ακολουθεί τη δημοσίευση του έργου, και την αυτολογοκρισία («self-censorship»).[9]

Λογοκρισία «ήπιας ισχύος» ασκούσε, φαίνεται, ο Λογοτεχνικός Κύκλος των πολιτικών προσφύγων στο Βουκουρέστι. Εξηγεί ο Παπαθεοδώρου: «Η δομή, η οργάνωση και η λειτουργία του Λογοτεχνικού Κύκλου παραπέμπει σε έναν τυπικό “γραφειοκρατικό” μηχανισμό, που απαντά συχνά στα κομμουνιστικά κόμματα, ιδίως στα καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης, κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου» (σ. 65). Παρουσιάζονται λοιπόν έξι σημειώματα που γράφτηκαν στον απόηχο των πρώτων κρίσεων της Αριστεράς απέναντι στη Λέσχη (1961-1962), διερευνάται, αναφορικά με αυτά, ο κομματικός μηχανισμός της Διαφώτισης και ανιχνεύονται οι «ρωγμές» από όπου διαφαίνονται τώρα «κάποιοι κλονισμοί στην “εσωτερική πειθώ” του κυρίαρχου κομματικού λόγου» (σ. 80). Δίπλα στην πλειονότητα των κομματικών διανοούμενων που θεώρησαν πως η Λέσχη «ανήκει απλούστατα σε μιαν εποχή ιδεολογικής παραζάλης» (Θ. Πιερίδης) και πως ο Τσίρκας «ζηλεύει τη “δόξα” του Παστερνάκ» (Μ. Δημητρίου), ο Παπαθεοδώρου ξεχωρίζει την Φούλα Χατζιδάκη και τη θετική της αποτίμηση ως αντιπροσωπευτική της νέας εποχής αμφισβήτησης (σ. 85). Εκτιμάται πως η «κυριολεκτική ή μεταφορική βία του αποκλεισμού και του στιγματισμού» του Τσίρκα από μέρος της Αριστεράς τον οδήγησε στην αυτολογοκρισία. Έτσι ερμηνεύει ο Παπαθεοδώρου τη μεταγενέστερη (1979) παραδοχή του Τσίρκα πως «αυτή η εχθρική στάση απέναντί μου μου έκοψε τα φτερά. Δηλαδή χρειάστηκε να περάσουν πάρα πολλά χρόνια για να μπορέσω να αποχτήσω τέτοια αυτοπεποίθηση ώστε να δοκιμάσω άλλο μυθιστόρημα, που είναι Η Χαμένη Άνοιξη» (σ. 89).

Στο κλείσιμο του πρώτου και εκτενέστερου κεφαλαίου, ο Παπαθεοδώρου περνά από την πρόσληψη στη συγγραφική πρακτική και συζητά όχι πλέον πώς διαβάστηκε η Λέσχη ως «κείμενο αμφισβήτησης» αλλά πώς γράφτηκε εξαρχής ως κείμενο τέτοιας λογής. Με εργαλεία τη μπαχτινική θεωρία της διαλογικότητας και της πολυφωνίας στον μυθιστορηματικό λόγο και την έννοια του «εν εξορίᾳ» διανοούμενου του Σαΐντ, καταδεικνύεται πώς η γλώσσα του κομματικού καθοδηγητή («Ανθρωπάκι») και των πολιτικών συντρόφων («κομμένων κεφαλών») είναι ομογενοποιημένη, μονολογική, καθώς «ο αυταρχικός λόγος του δόγματος αντιστέκεται στην επικοινωνία, αποκλείει το διάλογο» (σ. 116). Στους αντίποδες τοποθετείται το κύριο πρόσωπο της τριλογίας, ο «κομματικά απόβλητος» Μάνος Σιμωνίδης, του οποίου ο Παπαθεοδώρου αναδεικνύει την «ξενότητα»: φέρει «πολλά στοιχεία από την κυριολεκτική εξορία του ξένου και από τη μεταφορική εξορία του διανοούμενου» (σ. 132). Ο «παντού περαστικός και ξένος» Σιμωνίδης που σκιαγραφείται στις Άγραφες ιστορίες ανακαλεί και αυτός την πεζογραφία του Ψυχρού Πολέμου – θυμίζει τους ήρωες των μυθιστορημάτων κατασκοπείας που ζουν με μυστική ταυτότητα, διαρκώς μετακινούμενοι, και «μοιράζονται τον ίδιο πολιτικό και ηθικό χώρο με τον πρόσφυγα, τον περιθωριοποιημένο, τον αλλοδαπό (alien) και τον απροστάτευτο».[10]

 

Τραύμα, μνήμη, γραφή

Το δεύτερο κεφάλαιο, «Ο σκληρός Απρίλης του ’44», θέτει στο επίκεντρο τη σχέση ιστορίας και λογοτεχνίας. Επιστρέφουμε τώρα σε ένα από τα θεμελιώδη και πλέον διερευνημένα ζητήματα αναφορικά με τις Ακυβέρνητες πολιτείες: την προσέγγιση του Τσίρκα στο «κίνημα του Απρίλη» του 1944 στη Μέση Ανατολή. Η οπτική του Παπαθεοδώρου παραμένει σταθερή, επικεντρωμένος καθώς είναι στην ιστορική στιγμή του μεταπολέμου απέναντι στον αφηγηματικό χρόνο της τριλογίας (1942-1944). Η οπτική αυτή ανανεώνει την προηγούμενη κριτική συζήτηση με δύο τρόπους: αφενός, δείχνει πειστικά πώς το έργο του Τσίρκα αποτελεί μέρος συνολικότερης επανεκτίμησης των γεγονότων του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου υπό το φως του Ψυχρού Πολέμου· αφετέρου, μας βοηθά να αντιληφθούμε πώς η τριλογία, και ειδικότερα η Νυχτερίδα, λειτουργεί ως «κείμενο μνήμης», όπου κυριαρχούν «οι αισθήσεις, οι αναμνήσεις, η νοσταλγία, η αυτοβιογραφία, η ατομική και συλλογική μνήμη» (σ. 181).

Αν, όπως υποστηρίζει ο Άλλαν Χέπμπορν, η μεταπολεμική λογοτεχνία ανατρέχει συχνά στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο για να διερευνήσει τις απαρχές του Ψυχρού Πολέμου,[11] τότε η μυθοπλαστική αναβίωση του «κινήματος του Απρίλη» θα μπορούσε να συμβάλει στην καλύτερη κατανόηση του ίδιου του ψυχροπολεμικού παρόντος. Υπενθυμίζει ο Παπαθεοδώρου: «Η Μέση Ανατολή ήταν το μεσογειακό εργαστήρι, μέσα στο οποίο ξεκίνησε η προετοιμασία του Ψυχρού Πολέμου» (σ. 145-146). Έτσι η «άγραφη ιστορία» της Μέσης Ανατολής εντάσσεται συγχρόνως μέσα στο ευρύτερο διεθνές γεωπολιτικό σκηνικό και στο στενότερο πλαίσιο της ελληνικής Αριστεράς και της «κομματικής ιστοριογραφίας». Παρακολουθείται ένας κύκλος συζητήσεων γύρω από το «κίνημα του Απρίλη» που διεξάγονται στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’60 και συμπεραίνεται πως «όταν εκδίδεται η Νυχτερίδα [το 1965], έχουν ωριμάσει πλέον οι συνθήκες για την επανεκτίμηση του αντιφασιστικού αγώνα στη Μέση Ανατολή» (σ. 152).

Ωστόσο, για τον Παπαθεοδώρου, η εκπεφρασμένη πρόθεση του Τσίρκα να «δικαιωθεί» ο Απρίλης μέσα από την τριλογία δεν ερμηνεύεται ως απόπειρα ιστορικής αποκατάστασης του κινήματος αλλά ως απόπειρα συγκρότησης «δίκαιης μνήμης». Η διεισδυτική ανάγνωση των τελευταίων κεφαλαίων και του επιλογικού μέρους της Νυχτερίδας φανερώνει ότι «οι ιστοριογραφικές πρακτικές μιας λογοτεχνικής αφήγησης δεν εξαντλούνται στην αναπαράσταση ορισμένων γεγονότων αλλά και στη δομή των συναισθημάτων»· και προτείνει ο Παπαθεοδώρου «να δούμε τη Νυχτερίδα και –ιδίως τον Επίλογο– σαν ένα “κείμενο μνήμης” (memory text) που επιχειρεί να ανοίξει, στη δεκαετία του ’60, τη συζήτηση για τον Απρίλη του ’44 και τους αγωνιστές της Μέσης Ανατολής, με όρους “δίκαιης μνήμης”» (σ. 171).

 

Μετααποικιακή λογοτεχνία

Ο ένας θεματικός άξονας που διαπερνά το έργο του Τσίρκα αφορά τη δράση του αριστερού αντιφασιστικού κινήματος στη Μέση Ανατολή – αρχίζει με τη συλλογή διηγημάτων Ο Απρίλης είναι πιο σκληρός (1947) και τελειώνει με τις Ακυβέρνητες Πολιτείες (σ. 140). Ο δεύτερος άξονας αφορά τον αντιαποικιακό αγώνα. Οι δύο άξονες διασταυρώνονται βέβαια: «ο Τσίρκας τονίζει ολοένα και περισσότερο την ένταξη του Απρίλη του ’44 στο ενιαίο μέτωπο του αντιαποικιακού αγώνα» (σ. 239). Στο τρίτο και καταληκτικό κεφάλαιο της μελέτης, ο Παπαθεοδώρου επιχειρεί να χαρτογραφήσει το ευρύτερο αντιαποικιακό «αφηγηματικό πρόγραμμα» του Τσίρκα (σ. 212), ανιχνεύοντας τη νοητή γραμμή που ξεκινά από την πρώιμη ποιητική συλλογή Φελλάχοι (1937) και καταλήγει στην τριλογία. Τομή στην πορεία αυτή αποτελεί η νουβέλα Νουρεντίν Μπόμπα (1956), όπως δείχνει ο Παπαθεοδώρου, συσχετίζοντάς την τόσο με το στενό ιστορικό της πλαίσιο (εθνικοποίηση της διώρυγας του Σουέζ) όσο και με το γραμματειακό είδος του «μυθιστορήματος υπαίθρου» («village novel»), όπου λαϊκοί ήρωες γίνονται σύμβολα της νέας εθνικής ταυτότητας.

Η κεντρική θέση την οποία κατείχε η προβληματική της αποαποικιοποίησης στη σκέψη και το έργο του Τσίρκα καταδεικνύεται ακόμα με τη χρήση τεκμηρίων από το Αρχείο και τη Βιβλιοθήκη του Τσίρκα: ανασύρεται, για παράδειγμα, και σχολιάζεται ανέκδοτο κείμενο διάλεξης του 1944 για το Πέρασμα στην Ινδία του E. M. Φόρστερ από το Αρχείο Τσίρκα (ΜΙΕΤ/ΕΛΙΑ). Ο φιλελεύθερος ουμανισμός του Φόρστερ, κατά τον Παπαθεοδώρου, διευκολύνει τον Τσίρκα «να αναδείξει τις αντιφάσεις της μητροπολιτικής κουλτούρας αλλά και να προβάλει τις “δυτικές” φωνές της αντιαποικιακής διαμαρτυρίας» (σ. 190). Οργανικό μέρος του αντιαποικιακού «προγράμματος» του Τσίρκα θεωρείται από τον συγγραφέα και η κριτική μελέτη Ο Καβάφης και η εποχή του (1958), καθώς η περίπτωση του Καβάφη δίνει αφορμή για μιαν επισκόπηση της γενεαλογίας του ελληνικού παροικιακού αστισμού.

Η ιστορία της παροικίας διασταυρώνεται με την ιστορία της αποικίας και στις Ακυβέρνητες Πολιτείες, όπως δείχνει με ευκρίνεια και πειστικότητα ο Παπαθεοδώρου. Εξετάζει πρώτα την αποικιακή πραγματικότητα από την οπτική γωνία των ευρωπαίων ηρώων της τριλογίας. Η βιωματική τους επαφή με τον «αποικιοποιημένο Άλλο», υποστηρίζεται, συντελεί στη μεταστροφή τους από την οριενταλιστική θεώρηση στη διαμαρτυρία απέναντι στην αποικιοκρατία (σ. 231). Ιδιαίτερα επιτυχής είναι, νομίζω, η αξιοποίηση εδώ της μπαχτινικής έννοιας της καρναβαλικότητας: από τη μια πλευρά, ο Παπαθεοδώρου διακρίνει την «καρναβαλοποίηση» του αποικιακού αυταρχικού λόγου όταν, μεταξύ άλλων, παρωδείται ο αγγλικός εθνικός ύμνος στη Νυχτερίδα («Ως και η Βικτώωωρια / είχε βλενόοοροια») (σ. 240)· από την άλλη, παρατηρεί πώς ο εξαθλιωμένος κόσμος του «αραπομαχαλά» στην Αριάγνη μετατρέπεται σε «καρναβαλικό χρονότοπο» κατά την εκστατική γιορτή του ζικρ:

Η φωνή της γειτονιάς, ένα ηχείο του κοινωνικού περιθωρίου και της αποικιακής καταπίεσης, αναζητά να εκφραστεί μέσα από την απελευθέρωση του σώματος και των συναισθημάτων. Το ζικρ γίνεται το σύμβολο μιας σωματικής λύτρωσης από τα δεσμά της καθημερινότητας. (σ. 255)

Η προσοχή του Παπαθεοδώρου στρέφεται στη σωματικότητα και τις σχέσεις αλληλεγγύης που αναπτύσσονται μεταξύ της ελληνικής παροικίας και των αυτοχθόνων Άλλων, με φόντο τη ζωή στη λαϊκή γειτονιά. Μέσα από την προβολή της κοινωνικής συμμαχίας ανάμεσα στους φτωχούς Έλληνες και τους Αιγύπτιους «με άξονα ένα κοινό μετααποικιακό μέλλον» (σ. 242), ο Τσίρκας απομακρύνεται, κατά τον Παπαθεοδώρου, από το κυρίαρχο, μεταξύ των μελών της ελληνικής παροικίας, αφήγημα της πολιτισμικής ανωτερότητας και «ασκεί κριτική στο εσωτερικό της ελληνικής κοινότητας, για την έλλειψη φυλετικής και θρησκευτικής ανεκτικότητας» (σ. 259).

Η νέα αυτή ανάγνωση της τριλογίας ως έργο της μετααποικιακής λογοτεχνίας ανταποκρίνεται σε βασικό ζητούμενο της έρευνας γύρω από τη λογοτεχνία του Ψυχρού Πολέμου: τον εμπλουτισμό του σχετικού corpus κειμένων με «φωνές από το περιθώριο» που δεν ανήκουν στο κεντρικό ευρωπαϊκό ή/και αμερικανικό παράδειγμα. Η τάση να μελετηθεί η λογοτεχνία του Ψυχρού Πολέμου ως παγκόσμιο φαινόμενο είναι μόνο πρόσφατη, μολονότι «ο Ψυχρός Πόλεμος σε μεγάλο βαθμό διεξήχθη στον μετααποικιακό κόσμο».[12] Εξίσου αξιοσημείωτη συνεισφορά του Παπαθεοδώρου στη διεθνή συζήτηση για την ψυχροπολεμική λογοτεχνία είναι η προσέγγιση της λογοκρισίας όχι ως μονοδιάστατης κρατικής πρακτικής αλλά ως σύνθετης, δυναμικής διαδικασίας με αντίκτυπο σε όσους την υφίστανται.[13]

Άλλα οι Άγραφες ιστορίες ανοίγουν νέους δρόμους και αναφορικά με την ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ο τύπος του διανοούμενου-«γραφειοκράτη», για παράδειγμα, που σκιαγράφησε ο Παπαθεοδώρου στο πρώτο κεφάλαιο της μελέτης, μπορεί να μελετηθεί όχι μόνο από την πλευρά των ανατολικών καθεστώτων αλλά και της Δύσης. Ακόμα, τα ίδια τα έργα της μεταπολεμικής λογοτεχνίας μπορούν να εξεταστούν σε συνάρτηση με είδη που άνθησαν στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, όπως το μυθιστόρημα της υπαίθρου ή το μυθιστόρημα κατασκοπείας, που η κινηματογραφική παραγωγή εμπλουτίζει.

Διαβάζοντας τη Λέσχη ως κείμενο αμφισβήτησης, τη Νυχτερίδα ως κείμενο μνήμης, την Αριάγνη ως κείμενο του αντιαποικιακού αγώνα, ο Παπαθεοδώρου οργανώνει παράλληλα σύνολο το έργο του Τσίρκα (δημοσιογραφία, κριτική, λογοτεχνία) με αναφορά τους κύριους θεματικούς άξονες που το διαπερνούν. Με συνεχείς και ευέλικτες μετακινήσεις από τη μικρή στη μεγάλη εικόνα, από τη θεωρία της λογοτεχνίας στην πολιτισμική ιστορία και τις μετααποικιακές σπουδές, ο Παπαθεοδώρου αποδεικνύει πως είναι κάποτε δυνατό μέσα από την αφηγηματική τεχνική, τις γλωσσικές επιλογές, τις κινήσεις των σωμάτων και τη δομή των συναισθημάτων να διακρίνουμε να αναδύεται σύνολος ο διεθνής γεωπολιτικός χάρτης και καθολικό το πνεύμα του νέου ανθρωπισμού στον μεταπολεμικό κόσμο.  

 

[1] Stephen Spender, Engaged in Writing, and, The Fool and the Princess, New York, Farrar, Straus and Cudahy, 1958, σ. 9-10.  Όπου δεν αναφέρεται μεταφραστής, η μετάφραση είναι δική μου.

[2] Ό.π., σ. 72 και σ. 119.  

[3] Ό.π., σ. 74.

[4] Rachel Potter, «Cold War» στο C. Hadjiyiannis και R. Potter (επιμ.), The Cambridge Companion to Twentieth-Century Literature and Politics, Cambridge, Cambridge University Press, 2022, σ. 141.

[5] Βλ. Στρατής Μπουρνάζος, Η ιστορία μιας ματαίωσης. Το CCF και ο Πολιτισμικός Ψυχρός Πόλεμος στην Ελλάδα (1950-1967), Αθήνα, Αντίποδες, 2024, ιδίως σ. 47 και σ. 152-153.

[6] Andrew Hammond (επιμ.), The Palgrave Handbook of Cold War Literature, Basingstoke, Palgrave Macmillan, 2020, σ. 7. Βλ. επίσης του ίδιου (επιμ.), Cold War Literature: Writing the Global Conflict, London, Routledge, 2006.

[7] Βλ. Χρύσα Προκοπάκη (επιμ.), Οι Ακυβέρνητες Πολιτείες του Στρατή Τσίρκα και η κριτική, 1960-1966, Αθήνα, Κέδρος, 1980, και Μίλτος Πεχλιβάνος, Από τη Λέσχη στις Ακυβέρνητες Πολιτείες. Η στίξη της ανάγνωσης, Αθήνα, Πόλις, 2008.  

[8] Βλ., για παράδειγμα, Peter Finn και Petra Couvée, The Zhivago Affair: The Kremlin, the CIA, and the Battle over a Forbidden Book, London, Vintage Digital, 2014.

[9] Για τη διάκριση των ποικίλων πρακτικών λογοκρισίας, βλ. Nicole Moore (επιμ.), Censorship and the Limits of the Literary: A Global View, New York, Bloomsbury Academic, 2015, σ. 2-3.

[10] Allan Hepburn, «World Citizens: Espionage Literature in the Cold War» στο A. Hammond (επιμ.), The Palgrave Handbook of Cold War Literature, ό.π., σ. 305.

[11] Ό.π., σ. 306.

[12] Andrew Hammond, ό.π., σ. 4.

[13] «Η λογοκρισία κατά τον Ψυχρό Πόλεμο μπορεί μόνο μερικώς να κατανοηθεί αν ιδωθεί σαν όργανο κρατικής πολιτικής»· Nicole Moore, «Print censorship and the cultural Cold War» στο A. Hammond (επιμ.), The Palgrave Handbook of Cold War Literature, ό.π., σ. 43.

Φιόνα Αντωνελάκη

Μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και ακαδημαϊκή συνεργάτρια στο Κέντρο Έρευνας για τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες. Είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του επιστημονικού περιοδικού Journal of Greek Media & Culture.

Τελευταία άρθρα από τον/την Φιόνα Αντωνελάκη

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.