Σύνδεση συνδρομητών

Επαναστάτες χωρίς αιτία της μεταπολίτευσης

Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2025 23:34

Ξενοφών Μπρουντζάκης, Tο καλοκαίρι του μεγάλου καύσωνα. Μυθιστόρημα, Καστανιώτη, Αθήνα 2024, 288 σελ. 

Το βιβλίο του Ξενοφώντα Μπρουντζάκη αφορά κατάσταση. Πρωταγωνιστεί μια σχετικά σύγχρονη κοινωνική κατάσταση, εκείνη της δεκαετίας του 1980. Θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε κατάσταση του χύμα, της «επανάστασης» ή, τουλάχιστον, της αδιευκρινίστου περιεχομένου αλλαγής: ένα πανόραμα της δεκαετίας του 1980. Οι καλά σχηματισμένοι χαρακτήρες μιας παρέας παίζουν νομίζω δεύτερο ρόλο, καθώς η συμπεριφορά τους είναι συγκυριακή. Το κείμενο εξετάζει, πέρα από την προφανή πολιτική διάσταση, κυρίως την πολιτιστική, που τη θεωρεί μητέρα της πρώτης.

Αυτή είναι που διαμορφώνει τη ζωή των ανθρώπων της χώρας. Έτσι οι ήρωες του βιβλίου, μια παρέα νεαρών που περιφέρεται στα μπαρ των Εξαρχείων, έχουν κάτι κοινό: πιστεύουν και παριστάνουν ότι αποτελούν την πολιτιστική ελίτ της κοινωνίας και, μ’ αυτή την έννοια, τα πάντα τους επιτρέπονται και τα ιδιοποιούνται – ή, τουλάχιστον, προσπαθούν. Ανήκουν στην εν γένει κυριαρχούσα Αριστερά. Νομίζω επί τούτου ο συγγραφέας δεν τους προσδίδει συγκεκριμένη πολιτική ταυτότητα.

Γλέντια, ξενύχτια, σχέσεις, σεξ, εκδηλώσεις, μουσική, κοινωνική αναρρίχηση είναι το περιβάλλον μέσα στο οποίο εξελίσσεται μια επαναστατική φλυαρία, λόγω και έργω, που για τα μέλη της παρέας ισοδυναμεί με αυτοϊκανοποίηση. Οι άντρες αυτής της παρέας δείχνουν προς τα έξω μια ηθική αυστηρότητα και ανωτερότητα. Αλλά είναι πολύ ευχαριστημένοι όλοι με τον εαυτό τους και έτοιμοι να προσέλθουν στο παραμικρό κάλεσμα της όποιας εξουσίας.

Το μυθιστόρημα δεν έχει πραγματολογικές κορυφώσεις στην πλούσια εξιστόρησή του. Η κορύφωση βρίσκεται στην ανάγνωση από τον αφηγητή των σχέσεων της παρέας. Αφηγηματικό εύρημα είναι η χρησιμοποίηση του καύσωνα του καλοκαιριού του 1987. Μοιάζει να μην πρόκειται για κλιματική ιδιοτροπία, σαν από τις εξτρέμ πια ενέργειες των μελών της παρέας και του περιβάλλοντός τους να υπερθερμάνθηκε ακόμη και η φυσική ατμόσφαιρα.

Στο δεύτερο μέρος της αφήγησης, οι άνδρες προσγειώνονται. Ένα τυπικά εξωτερικό γεγονός, ο βιασμός μιας γυναίκας, έρχεται να ανατρέψει την νηφάλια μακαριότητα της παρέας. Παράλληλα ένα διαμέρισμα πιάνει φωτιά και καίγεται, ως συνέχεια της κοινωνικής υπερθέρμανσης, από το τσιγάρο ενός μέλους της που από το πολύ πιοτό ήταν σε αφασία. Και τα δύο αυτά επεισόδια είναι καλά λογοτεχνικά ευρήματα που δίνουν βάθος στην, ούτως ή άλλως ενδιαφέρουσα, αφήγηση, ενώ υποχρεώνουν τα μέλη της παρέας να σοβαρευτούν και να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα, καθώς το συνεκτικό της στοιχείο, η μεγαλοστομία της επαναστατικής φλυαρίας, χάνεται. Η παρέα διαλύεται.

Σπουδαίο το τέλος όπου η κουρελιασμένη βιασμένη γυναίκα στέκεται ξανά μέσα από την τρυφερότητα με την οποία την αντιμετωπίζει ένας σκύλος και ο Οδυσσέας, μέλος της παρέας. Ένας δεσμός, ύμνος της ζωής, ανατέλλει.

Ο Ξενοφών Μπρουντζάκης πιστεύω ότι με τα τελευταία βιβλία του ξεφορτώνεται ή συμφιλιώνεται πνευματικές και τραυματικές καταστάσεις του παρελθόντος του. Τις καταστάσεις της εφηβικής του ζωής στην Τήνο, τις είχε καταγράψει στο προηγούμενο βιβλίο του, Το Λευκό Κουστούμι. Στο νέο μυθιστόρημά του, Το καλοκαίρι του μεγάλου καύσωνα, αναμετριέται και με την εξαρχειώτικη μύηση στη ζωή της μεταπολίτευσης.

Πολύ καλή είναι η γλώσσα του βιβλίου. Ο Μπρουντζάκης χειρίζεται άψογα τα ιδιώματα, την καθημερινή κοινή γλώσσα των επαναστατών χωρίς αιτία της μεταπολίτευσης έως και τις ιδιαίτερες αθυροστομίες της εποχής, όχι κοινές με της σημερινής εποχής. Γνώστης των ιδιολέκτων που χρησιμοποιούσαν οι κοινωνικές ομάδες, ο Μπρουντζάκης βουτά στην εποχή, δανείζεται και χρησιμοποιεί με πρωτότυπο τρόπο γλωσσικούς τύπους, αποκαθαίροντας τελικά της κοινή γλώσσα της καθημερινότητας και δίνοντάς της την απαιτούμενη λογοτεχνική διάσταση. Ειρωνικό, χιουμοριστικό και απολαυστικό, το κείμενό του ρέει και διαβάζεται εύκολα. Πρόκειται για ένα σπάνιο μυθιστόρημα για την προ κρίσης σύγχρονη ελληνική κοινωνία.

 

Ο Στάθης 

Από όλα τα πρόσωπα της ανδροπαρέας, η καθημερινότητα της οποίας συνιστά το νέο μυθιστόρημα του Ξενοφώντα Μπρουντζάκη, επέλεξα να παρουσιάσω τον χαρακτήρα του Στάθη, μιας αυτόνομης προσωπικότητας:

«Ο Στάθης είχε τον τρόπο του με τις γυναίκες. Συχνά έκλεινε σχεδόν ταυτόχρονα ραντεβού σε διάφορα γειτονικά μεταξύ τους μπαράκια και κατάφερνε να πηγαινοέρχεται μια στο ένα, μια στο άλλο, σε ένα είδος μαζοχιστικής άσκησης, προβάλλοντας τις πιο απίθανες αιτιάσεις που για έναν ανερμήνευτο λόγο τις έπειθε να τον περιμένουν καθώς άφηνε τη μια κι έτρεχε στην άλλη και ξανά πάλι από την αρχή μέχρι που βαριόνταν και τον παρατούσαν. Εννοείται πως πάντα ξεχνούσε να πληρώσει  τους λογαριασμούς αυτούς. Ένα από τα στοιχεία της γοητείας του ήταν ότι από την πολλή σοφία αφαιρείτο το πνεύμα του και πετούσε πάντα την ώρα του λογαριασμού κάπου μακριά, σε μιαν ανώτερη ατμόσφαιρα από εκείνη των ντουμανιασμένων μπαρ. Το πώς τα κατάφερνε και κρατούσε τα κορίτσια σε εγρήγορση αποτελεί ένα από τα μυστήρια εκείνης της εποχής που μάλλον θα μείνουν άλυτα. Ήταν δεξιοτέχνης του ψέματος, ψυχρός, εφευρετικός, σχεδόν διαβολικός, κυρίως όμως αυτοκαταστροφικά ευφυής. Ποτό και τσιγάρα του σωρού, μουσική για εκλεκτούς και ξενύχτι ήταν η ζωή του. Με τις γυναίκες δεν ήταν τόσο αυστηρός, όσο με τους διαφόρους ενορχηστρωτές που “εκτελούσαν” τα μεγάλα μουσικά έργα. Στις γυναίκες έβαζε νερό στο ουίσκι του – κάποιες φορές, μάλιστα, μπόλικο. Συνήθως ξεκινούσε τις βραδιές του κεφάτος, χαμογελούσε, αλλά καθώς περνούσε η ώρα όλα μετατρέπονταν γλυκά σε μια μελαγχολική μοχθηρία.

Οι εκπομπές του στο Τρίτο, η δισκοθήκη του, που ήταν σπάνια, και η νυχτερινή χαύνωση ήταν τα βασικά θεμέλια πάνω στα οποία έκτιζε τη ζωή του. Εκτός από το ραδιόφωνο, έγραφε μουσικές κριτικές σε διάφορα περιοδικά και μια στο τόσο έδινε και μερικές –πάντα υψηλού επιπέδου κατά γενική ομολογία– διαλέξεις πάνω σε μουσικολογικού ενδιαφέροντος θέματα. Βέβαια, παρέμενε  πιο γνωστός από τη φωνή του παρά από την φάτσα του, που την είχε βάλει από νωρίς σε δοκιμασία με τα ουίσκι και τα άφιλτρα. Πάντως, τις γυναίκες που σχετίζονταν μαζί του, και δεν ήταν λίγες οι πρόθυμες, τις συνέδεε μια μικρή λεπτομέρεια: είχαν όλες τους λεφτά. Πώς τα κατάφερνε και τις ανακάλυπτε παραμένει ακόμα ένα μυστήριο της μεταπολιτευτικής μεταφυσικής. Αυτό υπήρξε και το μοναδικό ταλέντο που δεν σπατάλησε, που έμεινε εν ενεργεία καθώς σιγά σιγά γκρεμιζόταν πίσω ο κόσμος του. Οι πλούσιες γκόμενες αντιπροσώπευαν την  «ενορατική αντίληψη», για την αισθητική τέχνη μέσω της οποίας ο πολιτισμός θα ανακτούσε τη χαμένη εκτίμησή του για το μύθο, όπως θα έλεγε και ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, ο αγαπημένος του διανοούμενος.

Ο Στάθης υπήρξε κάποτε μια μαθηματική ιδιοφυΐα που “έκαψε φλάντζες”, όπως έλεγε ένας κολλητός του συμφοιτητής, “πολύ νωρίς”, εγκαταλείποντας τη σχολή για να αφοσιωθεί στη σχέση των μαθηματικών με τη μουσική. Παιδί παλαιοημερολογιτών, μεγάλωσε αποστηθίζοντας την Αγία Γραφή, όταν οι συνομήλικοί του έτρεχαν στις αλάνες και αλήτευαν. Παρά το γεγονός ότι οι γονείς του τον μεγάλωσαν με διδασκαλίες που περιλαμβάνουν ενθαρρυντικά και γεμάτα ελπίδα μηνύματα καθώς και συμβουλές για μια ενάρετη ζωή για όλη την ανθρωπότητα μέσω της Αγίας Γραφής και της Αγάπης, ο Στάθης μίσησε, μια κι έξω, πρώτα τον εαυτό του, μετά την οικογένειά του και τέλος την υπόλοιπη ανθρωπότητα. […]

Στο πικάπ της κονσόλας έχει τοποθετηθεί η περίφημη 9η Συμφωνία του Μπετόβεν σε μιαν εκτέλεση της Συμφωνικής της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας και ο Στάθης Τσαγκαράτος, “η βελούδινη φωνή” του Τρίτου με το φανατικό και απαιτητικό κοινό, είχε αρχίσει να “ψάλλει”, όπως έλεγαν όσοι τον άκουγαν, τους μεγάλους μαέστρους που ξεχώρισαν για τη συμβολή τους στην απόδοση της 9ης μαζί  με τις περίφημες ορχήστρες που διηύθυναν.

Ωστόσο, αυτή η εκπομπή στις αρχές του καλοκαιριού του 1987 δεν ήταν ένα αφιέρωμα στην Ενάτη του Μπετόβεν. Η εκπομπή που δεν πέρασε απαρατήρητη προκαλώντας ποικίλα σχόλια έφερε τον τίτλο “Μουσική και Αναρχία” και ήταν αφιερωμένη στις μουσικές προτιμήσεις του Μιχαήλ Μπακούνιν, του οποίου οι θεωρίες περί αναρχισμού είχαν ιδιαίτερη πέραση. Γενικά, ο Μπακούνιν ακουγόταν συχνά σε διάφορα αθηναϊκά στέκια, όχι όμως στο Τρίτο Πρόγραμμα το οποίο από την άλλη διατηρούσε πάντα ένα παραπάνω δικαίωμα στην έκπληξη.  

Κι ενώ η Ενάτη ακουγόταν ως “χαλί”, ο Τσαγκαράτος απαριθμούσε ονόματα κι ορχήστρες όπως ο Βίλχελμ Φουρτβέγκλερ, ο Αρτούρο Τοσκανίνι, ο Όττο Κλέμπερερ, ο Μπέρναρντ Χάιτνικ, ο Καρλ Μπεμ, ο Ραφαέλ Κούμπελικ, ο Λέοναρντ Μπερνστάιν, ο Τζον Ελιοτ Γκάρντινερ και ο Σάιμον Ρατλ, οι οποίοι διηύθυναν σπουδαίες ορχήστρες όπως είναι η Φιλαρμονική του Βερολίνου, η Φιλαρμονική της Βιέννης, η Συμφωνική Ορχήστρα του NBC, η Συμφωνική της Νέας Υόρκης, η Συμφωνική της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας, η Συμφωνική του Κλίβελαντ και η Φιλαρμόνια του Λονδίνου. […]

Ήδη η φωνή του Τσαγκαράτου είχε σβήσει καθώς ο Ύμνος της Χαράς δυνάμωνε απελευθερώνοντας  αυτό το βίαιο σμήνος συναισθημάτων που κατακλύζει ακόμα και τον πιο αγροίκο ακροατή. Λίγο μετά, ξανά η υποβλητική φωνή του εκφωνητή:  “…όπως αναφέρει ο André Reszler στην Αναρχική Αισθητική, ο Μπακούνιν μάς γνωστοποιεί  τις αισθητικές  και μουσικές του προτιμήσεις μέσα από διάσπαρτες αναφορές που εκφράζουν τον θαυμασμό του για το Ρέκβιεμ του Μότσαρτ, την έντεχνη ευρωπαϊκή μουσική, ιδιαίτερα της κλασικής και της ρομαντικής περιόδου, έως και τα λαϊκά τραγούδια των σοσιαλιστών εργατών που “ανοίγουν μια νέα εποχή και προφητεύουν έναν νέο κόσμο, αυτόν της καθολικής απελευθέρωσης”.

Η μουσική για τον Μπακούνιν είναι η “γιορτή του πνεύματος”. Εκτός από την έκφραση θαυμασμού για τον Μότσαρτ, ποικίλλουν οι αναφορές για τον Χάυντν (Επτά Λόγοι του Ιησού), την αγαπημένη του όπερα του Γκλουκ (Ιφιγένεια εν Ταύροις), καθώς και για τον Μάγερμπεερ. Αλλά η αγάπη του για τη μουσική εκφράζεται  με την ιδιαίτερη προτίμησή του στον Μπετόβεν – που θα εξελιχθεί σε πάθος. Χαρακτηριστική είναι η πληροφορία που έχουμε ότι ο Μπακούνιν παρακολουθεί τον Απρίλη του 1849 τη γενική πρόβα της σημαδιακής εκτέλεσης της 9ης του Μπετόβεν, στην παλιά όπερα της Δρέσδης υπό την διεύθυνση του Βάγκνερ με τον οποίο ήδη είναι φίλοι, όταν αίφνης σηκώνεται και κατευθύνεται προς το πόντιουμ για να πει στον Βάγκνερ πως “αν έπρεπε όλη η μουσική να χαθεί μέσα στον επερχόμενο Αρμαγεδδώνα, εμείς έπρεπε να σταθούμε ενωμένοι και με κίνδυνο της ζωής μας για τη διατήρηση αυτής της συμφωνίας”».

 

Λάκης Δόλγερας

Συγγραφέας. Βιβλία του: τα διηγήματα Ξεχασμένες Ιστορίες (2006) και τα μυθιστορήματα Μια σκοτεινή υπόθεση (2010), Η δεύτερη συνάντηση της Ελεωνόρας και του Νίκου (2012), Νικητές και νικημένοι (2013), Νεκρός στον ήλιο του Ιουλίου (2015)

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.