Σύνδεση συνδρομητών

Μια γυναίκα σε έναν σκοτεινό κόσμο

Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2025 22:48

Lauren Groff, Matrix, μετάφραση από τα αγγλικά: Χρήστος Οικονόμου, Πόλις, Αθήνα 2024, 282 σελ.

Ένα από τα βιβλία που διαβάστηκαν και επαινέθηκαν πολύ το διάστημα αμέσως μετά την έξαρση τoυ Covid-19, όταν η ανάγνωση βιβλίων σημείωσε σημαντική άνοδο (καθώς θεωρήθηκε, δικαίως, ασφαλές χόμπι), ήταν το Matrix (Σεπτέμβριος 2021). Είναι το τέταρτο μυθιστόρημα της αμερικανίδας συγγραφέα Λορίν Γκροφ.[i] Ιστορικό μυθιστόρημα για τη Μαρία της Γαλλίας, που θεωρείται η διασημότερη ποιήτρια του Μεσαίωνα – και στο βιβλίο παρουσιάζεται ως υποδειγματική μορφή στο δρόμο της γυναικείας χειραφέτησης.

 Lauren.Groff

laurengroff.com

Η Λορίν Γκροφ.

 

Η Μαρία της Γαλλίας (Marie de France) ήταν μια αινιγματική προσωπικότητα, η διασημότερη ποιήτρια του Μεσαίωνα. Ποια ήταν; Οι ιστορικοί δεν έχουν κατορθώσει να την ταυτίσουν με κάποιο ιστορικό πρόσωπο. Αυτό στο οποίο, ωστόσο, συμφωνούν είναι πως η Μαρία της Γαλλίας, όποια ή όποιοι κι αν κρύβονταν πίσω από αυτό το «καλλιτεχνικό ψευδώνυμο», έγραψε μια συλλογή μύθων με ζώα στο πρότυπο των μύθων του Αισώπου, μετέφρασε μια θρησκευτική πραγματεία για το Καθαρτήριο και μια βιογραφία της Αγίας Όντρεϊ από τα λατινικά, ενώ συνέθεσε μια σειρά από δώδεκα μικρά έμμετρα διηγήματα, τα επονομαζόμενα λαϊκά, με θέμα τους την παθιασμένη αγάπη, την αγάπη που εξυψώνει και καταστρέφει. Αυτά που την έκαναν διάσημη είναι τα σύνθετα και αισθησιακά λαϊκά της: αφηγήματα όμορφων, μελαγχολικών και ενίοτε οδυνηρών, ερωτικών ιστοριών που διαδραματίζονται σε ένα μαγεμένο κελτικό σύμπαν του παρελθόντος, στο οποίο άνθρωποι μεταμορφώνονται σε ζώα, νεράιδες και ξωτικά, συναντούν τους ιππότες του μυθικού Άβαλον, ενώ πλεούμενα δίχως βαρκάρη μεταφέρουν νεαρές γυναίκες στους τόπους όπου τις περιμένουν αδημονώντας οι εραστές τους.

Σπάνια συναντάμε δημοτική ποίηση με υπογραφή στα βρετονικά, δηλαδή στην αγγλονορμανδική διάλεκτο – μια αρχαία και μεσαιωνική γαλλική. Ακόμη πιο σπάνιο είναι τα ποιήματα αυτά να τα υπογράφει μια γυναίκα. Οι μελετητές του έργου της Μαρίας προσπάθησαν, χωρίς επιτυχία, να την ταυτίσουν με αρκετές γυναίκες ευγενείς ή ηγούμενες μοναστηριών του 12ου αιώνα. Με βάση τα ελάχιστα στοιχεία που αντλούμε από τα ποιήματα τα οποία της αποδίδονται, η Μαρία γεννήθηκε στη Γαλλία και έζησε στην Αγγλία στα τέλη του 12ου αιώνα. Η πιθανότερη εκδοχή είναι ότι πρόκειται για σπάνια περίπτωση πολύγλωσσης λόγιας που συνδεόταν με την αυλή και, πιθανότατα, με την οικογένεια του Ερρίκου Β’ και της Ελεονόρας της Ακουιτανίας. Αυτή, λοιπόν, η γυναίκα έγραψε, μεταξύ άλλων, εξαίσια ποίηση.

 

Μια αινιγματική τροβαδούρος

Στο συναρπαστικό ιστορικό μυθιστόρημά της, Matrix, η Λορίν Γκροφ επιλέγει να υιοθετήσει μια από τις διάφορες εκδοχές για την ταυτότητα της Μαρίας, δίχως ωστόσο να αυτοπεριορίζεται από τις ελάχιστες πληροφορίες που τη συνοδεύουν, καθώς σκοπός της δεν είναι τόσο να γράψει μια μυθιστορηματική βιογραφία όσο να μιλήσει, με όχημα αυτήν, για ζητήματα που συνεχίζουν να την (και να μας) απασχολούν. Σκηνοθετεί δεξιοτεχνικά μια φανταστική εκδοχή της ζωής της Μαρίας, εστιάζοντας στην πολυπλοκότητα της εσωτερικής και εξωτερικής ζωής μιας γυναίκας «καταδικασμένης» να ζήσει εκτός της κοινωνίας, σε μια παράλληλη πραγματικότητα. Το μυστήριο της ταυτότητας της γαλλίδας ποιήτριας είναι δελεαστικό, η Γκροφ αρπάζει την ευκαιρία και γράφει ένα εξαιρετικό ιστορικό μυθιστόρημα που μπορεί να μη μοιάζει με τα περίφημα αντίστοιχα της Χίλαρι Μαντέλ για τον Τόμας Κρόμγουελ και τους Τυδώρ, αλλά αποτελεί αδιαμφισβήτητα προϊόν κοπιαστικής έρευνας για τη ζωή στα μεσαιωνικά αβαεία. 

Στο σημείο αυτό, μια σύντομη αναφορά του ιστορικού πλαισίου του μυθιστορήματος (που λείπει, ενδεχομένως σκόπιμα) είναι αναγκαία. Η Μαρία του Matrix είναι νόθα κόρη του Γοδεφρείδου Ε΄ του Ανζού, ιδρυτή της περιβόητης δυναστείας των Πλανταγενετών που κυβέρνησε την Αγγλία για τρεις αιώνες και η πτώση της επήλθε με τον Πόλεμο των Ρόδων και την άνοδο της βραχύβιας δυναστείας των Τυδώρ. Στα δεκαεπτά της, ορφανή πια από μητέρα, εγκαταλείπει τη γαλλική επαρχία όπου μεγάλωσε και βρίσκει καταφύγιο στην αυλή του ετεροθαλούς αδερφού της, στην Αγγλία. Γιος του Γοδεφρείδου Ε΄ και της «Κυράς της Αγγλίας και της Νορμανδίας» Ματθίλδης (που παρότι ήταν η νόμιμη κληρονόμος έχασε το στέμμα από τον εξάδελφό της Στέφανο της Αγγλίας), ο Ερρίκος Β΄ είναι παντρεμένος με την αρκετά μεγαλύτερή του Ελεονόρα της Ακουιτανίας. Σημαντική μορφή του Μεσαίωνα και ηρωίδα πολυάριθμων ιστορικών μυθιστορημάτων και μελετών, η Ελεονόρα θα καθορίσει, από πολλές απόψεις, τη ζωή και τη μοίρα της Μαρίας. Ψηλή, ρωμαλέα και άχαρη, η νεαρή κοπέλα έρχεται αντιμέτωπη με υποτιμητικά και επώδυνα σχόλια για την ανδροπρεπή και διόλου χαριτωμένη εμφάνισή της σε μια αυλή όπου οι τροβαδούροι υμνούν τις χάρες των αιθέριων και άπιαστων θηλυκών, όπως της ακαταμάχητης βασίλισσάς τους. Η θέση της Μαρίας στην αυλή προκαλεί αμηχανία, αφού η εμφάνισή της δεν ακολουθεί τα πρότυπα ομορφιάς της εποχής, ενώ η παρουσία της αποτελεί ζωντανή υπενθύμιση του βιασμού της δεκατριάχρονης μητέρας της από τον πατέρα του νυν βασιλιά· έτσι η βασίλισσα Ελεονόρα, με την οποία η έφηβη Μαρία είναι πλατωνικά ερωτευμένη, αποφασίζει να τη στείλει σε ένα αγγλικό μοναστήρι. Πίσω της αναγκάζεται να αφήσει τη Σεσίλια, πιστή φίλη και σύντροφό της στις σαρκικές απολαύσεις, η οποία όσο κι αν την αγαπά δεν είναι διατεθειμένη να εγκαταλείψει τα εγκόσμια.

Αν και η Μαρία της Γαλλίας είχε αφιερώσει στίχους της στον βασιλιά Ερρίκο, κατά την Γκροφ οι στίχοι της κατευθύνονται προς τη σύζυγό του. Στην αυλή της Ελεονόρας –ή, ορθότερα, στις αυλές, αφού υπήρξε διαδοχικά βασίλισσα της Γαλλίας και της Αγγλίας– άνθισαν οι τροβαδούροι και ο πλατωνικός έρωτας προς ένα εξιδανικευμένο αντικείμενο του πόθου που παραμένει αιώνια ασύλληπτο και απλησίαστο. Για τον ανομολόγητο έρωτά της προς τη βασίλισσα γράφει τον πρώτο καιρό στο αβαείο η Μαρία και, μαζί με τα γράμματά της, ελπίζει πως τα ποιήματά της θα συγκινήσουν τη βασίλισσα η οποία θα την καλέσει να επιστρέψει στην αυλή. Μάταιες ελπίδες. Οπότε σχετικά σύντομα αποδέχεται ότι πρέπει να αφήσει πίσω το παρελθόν και να αποδεχτεί τη μοίρα της. Καθώς ο αναγνώστης παρακολουθεί στις αρχές του βιβλίου τις νεοφυείς καλλιτεχνικές τάσεις της Μαρίας να συνθλίβονται και την ηρωίδα να μετατρέπεται από θυμωμένη έφηβη, που αξιοποιεί ως όπλο και καταφύγιο την ποίηση, σε δυναμική ηγετική μορφή, αντιλαμβάνεται ότι η μυθιστορηματική Μαρία της Γκροφ είναι περισσότερο η Μαρία, ηγουμένη του Σάφτσμπερι, και λιγότερο η ποιήτρια Μαρία της Γαλλίας.

Άλλωστε, πηγή της έμπνευσης της Γκροφ ήταν, σε ένα αμφιθέατρο του Χάρβαρντ, μια διάλεξη της καθηγήτριας Katie Bugyis για τις μεσαιωνικές λειτουργίες.[ii] Έτσι άρχισε ο προβληματισμός της για τη μοναχική ζωή στα μοναστήρια γυναικών του Μεσαίωνα.

 

Η Μαρία του Σάφτσμπερι

Το μικρό και άσημο αβαείο στο οποίο, το 1158, τοποθετείται προϊσταμένη η εξαιρετικά μορφωμένη και πολύγλωσση Μαρία, μαστίζεται από τη φτώχεια και την πείνα, καθώς διοικείται από την Έμμα, μια τυφλή, ηλικιωμένη ηγουμένη, καλόκαρδη αλλά αδύναμη απέναντι στις απαιτήσεις και τις καταπατήσεις των τοπικών αρχόντων και αφελή στα της οικονομικής διαχείρισης. Δυναμική και πρακτική, η Μαρία παίρνει τα ηνία για να βελτιώσει τις φρικτές συνθήκες ζωής στο μοναστήρι, ενώ λίγα χρόνια αργότερα θα βρεθεί η ίδια στη θέση της ηγουμένης. Υπό την αδιάκοπη εποπτεία και καθοδήγησή της, το μοναστήρι μετατρέπεται σε γη της αφθονίας και, τόσο οι μοναχές όσο και οι εξαθλιωμένοι μισθωτές, αρχίζουν να βελτιώνουν τα οικονομικά και τις συνθήκες ζωής των ίδιων και των οικογενειών τους. Με το πέρασμα των χρόνων και έπειτα από κάποια «ατυχή περιστατικά», όλα τα αρσενικά άνω των δώδεκα ετών αποκλείονται από τις κτήσεις της μονής και ένας μεγάλος λαβύρινθός χτίζεται περιμετρικά για να προστατέψει τις μοναχές, τις δόκιμες και όλες τις γυναίκες που φιλοξενούνται ή εργάζονται εκεί από οποιαδήποτε εισβολή. Άλλωστε, οι γυναίκες παρέχουν η μία στην άλλη όλα όσα ζητούν και χρειάζονται, σε όλα τα επίπεδα.

Σύντομα όμως το μοναστήρι-νησί αντιμετωπίζει εξωτερικές αλλά και εσωτερικές προκλήσεις και «επιθέσεις»: από φθονερούς χωρικούς, από μια αλλοπαρμένη δόκιμη, από τις Εκκλησίες της Αγγλίας και της Ρώμης που δεν αποδέχονται μια ηγουμένη η οποία κάνει λειτουργίες, εξομολογεί και απονέμει συγχώρεση. Η Μαρία όμως, έξυπνη, πεισματάρα, περήφανη και ισχυρή σε έναν τόπο όπου ο ανδρικός λόγος δεν έχει την ισχύ την οποία έχει έξω από τα τείχη της μονής, ξεπερνά ένα ένα όλα τα προβλήματα.

Το Matrix δεν είναι το πρώτο λογοτεχνικό αφήγημα για τη ζωή της Μαρίας της Γαλλίας: έχει προηγηθεί το έμμετρο The Lay of Marie (1816) της αγγλίδας συγγραφέως και ζωγράφου Mary Matilda Betham (1776-1852), στο οποίο η Μαρία παρουσιάζεται ως ντροπαλή ποιήτρια με μακριά χρυσά μαλλιά, όμοια με τις λεπτεπίλεπτες δεσποσύνες των μεσαιωνικών γαλλικών ταπισερί. Αντίθετα, η Μαρία του Matrix μοιάζει περισσότερο με τη Χίλντεγκαρντ του Μπίνγκεν (Hildegard von Bingen, 1098-1179), τη γερμανίδα ηγουμένη και θρησκευτική ηγέτη του 12ου αιώνα, που όχι μόνο συνέθεσε μουσική και έγραψε ποίηση, δράμα, ιατρικές και θεολογικές πραγματείες, αλλά βίωσε μυστικιστικές εμπειρίες και διηύθυνε το ακμάζον μοναστήρι της με σιδερένια πυγμή.

H προικισμένη πένα της Γκροφ πλάθει ένα ιδιαίτερα γοητευτικό λογοτεχνικό πορτρέτο μιας ηρωίδας που δεν διαφέρει πολύ από μια σύγχρονη σκεπτόμενη γυναίκα, την τοποθετεί σε έναν κόσμο σκοταδισμού, και δείχνει πως χάρη στο μυαλό και τη θέλησή της μια γυναίκα είναι εφικτό να κατακτήσει την προσωπική της ελευθερία. Κατά κανόνα σοφή, αλλά ενίοτε έρμαιο των προσωπικών της παρορμήσεων και μεγάλων φιλοδοξιών, η Μαρία θα αναγκαστεί συχνά να συμβιβαστεί στα μικρά και καθημερινά, αλλά όχι στα μεγάλα και σημαντικά. Εκεί η ανδροπρεπής γυναίκα που, εκτός των άλλων προσόντων της, μπορεί να πολεμήσει με σπαθί, να κυνηγήσει με τόξο και να καβαλήσει ένα πολεμικό άλογο, θα φερθεί σαν άντρας. Θα τολμήσει να υπερασπιστεί με σθένος και να πολεμήσει με δύναμη για όλα εκείνα που τότε, αλλά και σήμερα, για τους άντρες είναι επιτρεπτά και άξια θαυμασμού, αλλά για τις γυναίκες καταδικαστέα και άξια περιφρόνησης. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο που οι μοναχές ζουν με το φόβο πως για τον ένα ή τον άλλο λόγο θα κατηγορηθούν για μαγγανεία και θα διωχθούν ως μάγισσες. Μια δυναμική, αποτελεσματική και φιλόδοξη γυναίκα και μια αυτάρκης και αυτόνομη γυναικεία κοινότητα φαντάζουν αφύσικες στα μάτια των απλών ανθρώπων της εποχής εκείνης – ενίοτε και της δικής μας, όπως έχει επισημάνει η συγγραφέας. Μάλιστα, η Γκροφ τονίζει με κάθε ευκαιρία πως η συγγραφή του βιβλίου υπήρξε η διέξοδός της από την τοξικά αρρενωπή Αμερική της προεδρίας του Ντόναλντ Τραμπ (2017-2021)[iii]. Μέλλει να δούμε τι θα σημάνει για τους συγγραφικούς προσανατολισμούς της συγγραφικής πορείας της Γκροφ η επανεκλογή του Τραμπ στις πρόσφατες προεδρικές εκλογές.

 

Μια φεμινιστική ουτοπία

Στο δεύτερο, μη μεταφρασμένο στα ελληνικά, λυρικό μυθιστόρημά της με τίτλο Arcadia (2012), η Γκροφ προσέγγισε με ειλικρίνεια και ευστροφία το ζήτημα των αναπόφευκτων εντάσεων που προκύπτουν μεταξύ ατόμου και κοινωνίας, ακόμη και σε μια ουτοπική κοινότητα όπως αυτή στην οποία τοποθετεί την ιστορία της. Στο τρίτο της μυθιστόρημα, Ευμενίδες και Ερινύες (2015, 2019 στα ελληνικά), που επαίνεσε ιδιαίτερα ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα[iv], εστίασε σε μια γυναίκα που παίρνει στα χέρια της τον έλεγχο της δικής της ζωής και ιστορίας.

Οι δύο αυτές θεματικές αναμειγνύονται υποδειγματικά στην πλοκή του Matrix. Το αβαείο όπου καταδικάζεται να ζήσει και στο οποίο τελικά ανθίζει η Μαρία, όταν γίνεται ηγουμένη, μετατρέπεται σε μια νήσο γυναικών, σε μια αυτόνομη φεμινιστική ουτοπία όπου οι γυναίκες ζουν απαλλαγμένες από τους κανόνες και την επιβολή του ανδρικού φύλου. Μεγαλωμένη από δυναμικές και ελεύθερες γυναίκες, όπως ήταν οι θείες και η μητέρα της που συμμετείχαν στη B΄ Σταυροφορία ως μέλη του γυναικείου στρατού της βασίλισσας και με πρότυπό της μια πολιτικά ευφυή, τολμηρή και ισχυρή βασίλισσα, όπως η Ελεονόρα, η Μαρία αντλεί έμπνευση και δύναμη απ’ αυτά τα παραδείγματα και από τα οράματά της –τα οποία, όπως εύστοχα αφήνει να διαφανεί η συγγραφέας, λίγο ενδιαφέρει αν είναι πραγματικές μεταφυσικές εμπειρίες ή ενδεδυμένες με τον μανδύα του θρησκευτικού προβολές των δικών της επιθυμιών και φιλοδοξιών– και πετυχαίνει το ακατόρθωτο.

Το κείμενο είναι απολαυστικό: με πλούσιες, γλαφυρές  και ρεαλιστικές περιγραφές της καθημερινής ζωής, της καθημερινότητας, των γευμάτων, των ενδυμάτων, των τελετουργικών, της προσευχής και των χειρωνακτικών εργασιών, αξιοποιώντας το λεξιλόγιο της εποχής, με πρόζα ρευστή και όπου χρειάζεται ποιητική, η Γκροφ μεταφέρει τον αναγνώστη στο υγρό και κρύο μεσαιωνικό μοναστήρι όπου ζει και εργάζεται αδιάκοπα η πρωτοφεμινίστρια ηρωίδα της. Η φωνή που επιλέγει η συγγραφέας είναι η τριτοπρόσωπη ενός παντογνώστη αφηγητή που, σε συνδυασμό με την έλλειψη διαλογικών χωρίων και παρά την αφήγηση σε ενεστώτα χρόνο, κρατά τον αναγνώστη σε μια μέση απόσταση· στα κατάλληλα, όμως, σημεία φωτίζει και μεγεθύνει τις σκέψεις της κεντρικής ηρωίδας. Αυτό που διαβάζουμε άλλωστε δεν είναι ένα μυθιστόρημα δράσης, αλλά ένα μυθιστόρημα χαρακτήρων και ιδεών. Η Γκροφ προσπαθεί συνειδητά να μην παρασυρθεί και ολισθήσει σε εύκολους αναθεωρητικούς φεμινιστικούς αναχρονισμούς.

Μεταφρασμένη άψογα στη γλώσσα μας και με πιστότητα στο ύφος του πρωτοτύπου από τον Χρήστο Οικονόμου, η κομψή και καθαρή γραφή της Γκροφ δημιουργεί μια επιβλητική και ζωντανή μυθιστορηματική ατμόσφαιρα, ενώ η πλούσια εικονοποιία της εξυπηρετεί και αυτή την πρόθεση της δημιουργού που δεν είναι άλλη από το να αναδείξει την ανεξάντλητη γυναικεία δημιουργικότητα, τη δύναμη του θηλυκού φύλου με εκπρόσωπο την ηρωίδα της, τη Μαρία που, όπως η ίδια αναγνωρίζει προς το τέλος του βιβλίου, μπορεί να μην απέκτησε δικά της παιδιά, αλλά υπήρξε μια matrix, μια νέα Εύα, μια νέα Παρθένος Μαρία, μια μήτρα ζωοποιός μιας εναλλακτικής ζωής για τις μοναχές του αβαείου, για τις απόκληρες γυναίκες που έβρισκαν καταφύγιο ή τοποθετούνταν διά της βίας στις μονές. Μητέρα δέκα παιδιών η ίδια, η ραδιούργα Ελεονόρα καταδίκασε τη Μαρία στην ατεκνία, στέλνοντάς τη στο αβαείο. Εκεί η νόθα απόγονος των Πλανταγενετών, και, σύμφωνα με το μύθο, της Μελουσίνας, θα μετατραπόταν σε μητέρα όλων των μοναχών αδελφών της. Θα λέγαμε πως η ηγουμένη Μαρία δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς την πρωτοβουλία της Ελεονόρας, όπως η αγιοσύνη και η αξία της Παρθένου Μαρίας δεν θα μπορούσε να αναγνωριστεί αν δεν είχε προηγηθεί το αμάρτημα της Εύας που οδήγησε στην έξοδο από τον Παράδεισο. Διόλου τυχαία, στο όραμα της Μαρίας, η αμαρτωλή Πρωτόπλαστη και η Θεοτόκος ανταλλάσσουν ένα φιλί.

Συνοπτικά, η Γκροφ παραδίδει ένα αριστοτεχνικό ψυχογράφημα μιας σπάνιας προσωπικότητας, δίχως να προβαίνει στην παραμικρή ηθική κρίση – ένα μυθιστόρημα σύγχρονο, έξυπνο και δυνατό. Τολμά να μιλήσει για την ανάγκη επαφής και τρυφερότητας των αποκλεισμένων από τις χαρές του γάμου γυναικών, για τις ερωτικές σχέσεις ομοφύλων στις γυναικείες μονές αλλά και για τις ερωτικές περιπέτειες με τους άντρες που εργάζονταν περιστασιακά «εντός των τειχών» ή λίγο έξω από αυτά – η ίδια η Μαρία υποκύπτει στους πειρασμούς, ενώ κινητήριος δύναμή της παραμένει η ανάγκη της να εντυπωσιάσει την Ελεονόρα με την οποία παραμένει ερωτευμένη ώς το τέλος σχεδόν της ζωής της.

Η συγγραφέας περιγράφει μια συνθήκη γνωστή από πολλές στιγμές της ιστορίας: ελλείψει ανδρικών χεριών λόγω της συμμετοχής τους σε πολέμους και Σταυροφορίες (ή και παρά την ύπαρξή τους), οι γυναίκες αναλάμβαναν να φέρουν σε πέρας παραδοσιακά ανδρικές ασχολίες και να μετατραπούν σε χτίστες, γιατρούς, μηχανικούς, σιδηρουργούς. Η Μαρία της Γκροφ αμφισβητεί δημόσια τους πολιτικούς νόμους, τις κοινωνικές δομές και τα εκκλησιαστικά ήθη. Εκσυγχρονίζοντας το αβαείο και με σκοπό να αυξήσει τα έσοδα και την προσφορά του στην κοινωνία, η νέα ηγουμένη ιδρύει μια ακριβή σχολή εκπαίδευσης για τις κόρες των ευγενών της περιοχής (οι οποίες με την έξοδό τους στην κοινωνία λειτουργούν ως πληροφοριοδότες της) και, κόντρα στον σεξισμό της εποχής, οργανώνει το σκριπτόριο της μονής όπου οι μοναχές αντιγράφουν κώδικες των ιερών κειμένων σε ανταγωνιστικότερες τιμές από τους αντίστοιχους που παρήχθησαν από ανδρικό κονδύλι. Αναλαμβάνοντας τα καθήκοντα του ιερέα και προκαλώντας το ανάθεμα της επίσημης Εκκλησίας, σαν Πάπισσα Ιωάννα του καιρού της, η Μαρία χτίζει τη δική της Εδέμ, τη δική της Εκκλησία, εγκαθιστώντας τον εαυτό της ως αρχιέρεια. Φωτεινό παράδειγμα της γυναικείας χειραφέτησης (τόσο σε πνευματικό όσο και σε οικονομικό και επαγγελματικό επίπεδο), των φιλοδοξιών, της ενδυνάμωσης, της εφευρετικότητας και της κοινωνικής αλληλεγγύης, αλλά και σύμβολο της γυναικείας απελευθέρωσης από την πατριαρχία και της queer μειονότητας, η Μαρία της Γκροφ λειτουργεί ως φεμινιστικό πρότυπο, με την πορεία και τη δράση της να θίγουν και να σχολιάζουν με τόλμη και οξυδέρκεια διαχρονικά και επίκαιρα, όπως θα διαπιστώσει ο ενθουσιασμένος αναγνώστης, ζητήματα. 

[i] Η Λορίν Γκροφ έχει εκδώσει συνολικά επτά έργα, πέντε μυθιστορήματα και δύο συλλογές διηγημάτων. Εκτός από το Matrix, δύο ακόμη μυθιστορήματά της έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά: Τα τέρατα του Τέμπλετον (The monsters of Templeton), μετάφραση Άδωνις Σαμψών, Αθήνα, Ενάλιος, 2011, και Ευμενίδες και Ερινύες (Fates and Furies), μετάφραση Όλγα Γκαρτζονίκα, Αθήνα, Ωκεανός, 2019.

[ii] Μάλιστα, η Bugyis συνεργάστηκε με την Γκροφ ως ιστορικός σύμβουλος για τη συγγραφή του Matrix. Βλ. Colleen Walsh, “Spotted at Radcliffe: A brain exploding into rainbows”, The Harvard Gazette, 13/9/2021.

[iii] Cressida Leyshop, “Lauren Groff on Violence and Masculinity”, The New Yorker 27/4/2024.

[iv] Boris Kachka, “Author Lauren Groff on Being Endorsed by Obama and the Dearth of Literary Sex Scenes”, Vulture 11/12/2015.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.