Τελικά διαβάζοντας τις δημοσκοπήσεις των τελευταίων ημερών βγαίνει κατά τη γνώμη μου ένα συμπέρασμα:
Η πλειονότητα του κόσμου, κουρασμένη από μια δεκαετία κρίσεων –οικονομικών, κοινωνικών, υγειονομικών– ένα πράγμα αποζητά: την κανονικότητα!
Τελικά διαβάζοντας τις δημοσκοπήσεις των τελευταίων ημερών βγαίνει κατά τη γνώμη μου ένα συμπέρασμα:
Η πλειονότητα του κόσμου, κουρασμένη από μια δεκαετία κρίσεων –οικονομικών, κοινωνικών, υγειονομικών– ένα πράγμα αποζητά: την κανονικότητα!
Η πολιτική ανυπακοή σε συνθήκες δικτατορίας αποτελεί καθήκον των πολιτών. Πρόκειται για το δικαίωμα αντίστασης ενάντια σε καθεστώτα που στερούνται νομιμοποίησης, πράγμα που είναι εγγεγραμμένο και στα ελληνικά συντάγματα ήδη από τον 19ο αιώνα.
Σε συνθήκες όμως ομαλής λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος, η ανυπακοή σε ψηφισμένους από τη Βουλή νόμους είναι τελείως διαφορετική υπόθεση.
Βέβαια, κανείς δεν μπορεί να εμποδίσει έναν ή και πολλούς οργανωμένους πολίτες να έχουν σφοδρή αντίθεση απέναντι σε νομοθετικές επιταγές της πολιτείας και να θέλουν να την εκφράσουν. Η σύγχρονη θεωρία του δικαίου έχει ασχοληθεί με το λεπτό και ακανθώδες αυτό ζήτημα και έχει καταλήξει σε ορισμένα κριτήρια που πρέπει να κατευθύνουν τη δράση των ανυπάκουων πολιτών. Τα κριτήρια αυτά είναι χρήσιμο να γνωρίζουν ο ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΚΕ και όσοι άλλοι προπαγανδίζουν εσχάτως και υποδαυλίζουν κινήματα ανυπακοής.
1. Οι αμφισβητούμενοι νόμοι πρέπει να θίγουν ευθέως τον πυρήνα των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών
2. Εναντίον της εικαζόμενης αδικίας πρέπει να έχουν εξαντληθεί προηγουμένως όλα τα νόμιμα μέσα αμφισβήτησης
3. Οι δράσεις ανυπακοής οφείλουν να κινούνται στο πλαίσιο της αρχής της αναλογικότητας και να μην καταλήγουν στην κατάλυση της ίδιας της νομιμότητας
4. Οι ανυπάκουοι πολίτες οφείλουν να αποδέχονται τον προσωρινό έστω χαρακτήρα της παρανομίας που μετέρχονται και τις κυρώσεις που αυτή συνεπάγεται.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, οι πράξεις ανυπακοής κατατείνουν στην αποκατάσταση ενός άτυπου διαλόγου με την κοινωνία με στόχο να την πείσουν για το δίκαιο των αιτημάτων τους και να οδηγήσουν στην αλλαγή του νόμου και στην εδραίωση μιας νέας νομιμότητας.
Σήμερα, διάφοροι καλούν σε κίνημα ανυπακοής ενάντια στην εφαρμογή του νόμου για την ανώτατη εκπαίδευση. Πρόκειται καταρχήν για νόμο ψηφισμένο από τα τέσσερα πέμπτα της Βουλής, δεν θίγει με κανένα τρόπο ατομικά δικαιώματα, δεν έχει γίνει αντικείμενο δικαστικού ελέγχου, άρα δεν έχουν εξαντληθεί τα νόμιμα μέσα αμφισβήτησής του, η ανυπακοή θέτει σε κίνδυνο την ίδια τη λειτουργία των Πανεπιστημίων, άρα δεν συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας και, κατά συνέπεια, η συντεταγμένη πολιτεία οφείλει να αντιδράσει και να απαιτήσει την εφαρμογή του, επιβάλλοντας ταυτόχρονα τις προβλεπόμενες κυρώσεις στους αμφισβητίες.
Έτσι λειτουργούν οι εύτακτες και ευνομούμενες πολιτείες. Αλλιώς, η ανεξέλεγκτη ανομία οδηγεί προοπτικά στον λαϊκισμό και στον εκφασισμό της κοινωνίας. Η Αντιγόνη και ο Σωκράτης δίδαξαν τις αρχές αυτές σε πολύ πιο οριακές συνθήκες. Είναι κρίμα που πολλοί Νεοέλληνες δεν μπορούν να το αντιληφθούν.
Όταν η Χρυσή Αυγή υπήρχε στα δημόσια πράγματα, οι αναφορές σε αυτήν γίνονταν –όταν δεν χρησιμοποιούνταν το όνομά της– με όρους όπως «ακροδεξιό μόρφωμα» ή «ακροδεξιά συμμορία» και ορθά, επειδή ο διαχωρισμός της από την «κανονική» Δεξιά ήταν επιβεβλημένος και δίκαιος. Το πρόθεμα «ακρο-» ήταν απαραίτητο για να αποφεύγεται η γενίκευση που θα καθιστούσε τη ΝΔ ομοτράπεζη των φασιστοειδών. Μάλιστα, ο συγκεκριμένος διαχωρισμός ήταν καθολικά αποδεκτός από τους νοήμονες, δεξιούς και αριστερούς, δημοκράτες.
Μετά την εθνική περιπέτεια διακυβέρνησης από τον ΣΥΡΙΖΑ και τα δεινά που επέφερε, συντηρητικοί πολιτικοί και αρθρογράφοι εμμονικά αναφέρονται στο κόμμα της σημερινής αντιπολίτευσης ως «Αριστερά» ταυτίζοντάς το με όλο το αλλο μισό του πολιτικού φάσματος ενώ αυτό, φυσικά, δεν ισχύει, όπως δεν ίσχυε και για τους δεξιούς συναδέλφους τους. Το πολιτικό όφελος είναι προφανές: με την απουσία του προθέματος, όλη η Αριστερά ρίχνεται στον Καιάδα. Προσωπικά, θεωρώ τη συγκεκριμένη παράλειψη εσκεμμένη και άδικη, επειδή κάθε γενίκευση έχει ως υποπροϊόντα στερεοτυπικές και ρατσιστικές απόψεις. Κανένας αριστερός δημοκράτης δεν ανέχεται να τσουβαλιάζεται με την ακρο-αριστερά του ΚΚΕ που περιλαμβάνει και το μεγαλύτερο κομμάτι του ΣΥΡΙΖΑ (όσον αφορά το ΜέΡΑ 25, το πρόθεμα δεν είναι αρκετό – στην περίπτωσή τους είναι αναγκαίοι πιο σύνθετοι επιθετικοί προσδιορισμοί, όπως «η Αριστερά της χαρωπής αυταρέσκειας»).
Επιπρόσθετα, είναι κάπως υποκριτικό να υιοθετείται το ισοπεδωτικά σκέτο «Αριστερά» από ανθρώπους που στον προσωπικό τους πολιτικό αυτοπροσδιορισμό αποφεύγουν να καλούν εαυτόν και συναλλήλους «δεξιούς» – εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων. Για τον εαυτό τους δηλώνουν «φιλελεύθεροι», όρος ο οποίος πουθενά στον κόσμο δεν χρησιμοποείται από ανθρώπους που εκκλησιάζονται τακτικά.
Στο πασίγνωστο δίστιχό του, ο πιο διάσημος Φρανκ στον κόσμο υμνολογεί “If I can make it there, I'll make it anywhere” – και μου ήρθε στο νου όταν εβλεπα τα γεγονότα να εξελίσσονται στις 6 Ιανουαρίου, αλλά αντικαθιστώντας το ένα ρήμα με το άλλο. Εάν μπορείς να κάνεις κάτι τέτοιο εκεί, μπορεί να συμβεί οπουδήποτε.
Η απόπειρα πραξικοπήματος –πρακτικά, περί αυτού πρόκειται– στην κοινή συνείδηση των Αμερικανών ήταν ανύπαρκτη και ως πιθανότητα. Και όμως, συνέβη. Και ενώ τα αρνητικά που επέφερε το συμβάν είναι πολλά και πολυεπίπεδα, υπήρξαν δύο πολύ θετικά και μια ενδιαφέρουσα επαλήθευση.
Το πρώτο θετικό είναι ότι η απόπειρα πραξικοπήματος απέτυχε. Το δεύτερο είναι η προειδοποιητική του αξία προς τους υπόλοιπους που έχουμε την τύχη να απολαμβάνουμε το πιο φιλελεύθερο από τα υπάρχοντα πολιτεύματα. Όσο για την επαλήθευση, αυτή έχει να κάνει με το επίπεδο των “στασιαστών” που αντικατόπτριζε τραγικά αυτό του ηγέτη τους. Παρομοιάστηκαν με σάπιο κορμό στο δάσος που σπάει και από μέσα ξεχύνονται όλα τα πλάσματα με πόδια 6 και πάνω.
Όσο κι αν προσπαθώ, δεν μπορώ να θυμηθώ ούτε ένα πραξικόπημα κάπου που να το ξεκίνησαν οι βιολόγοι μιας χώρας. Ή οι γιατροί της. Κανένα Κοινοβούλιο δεν κινδύνευσε από πολιορκία αρχιτεκτόνων.
Αντίθετα, όλους τους προηγούμενους τους βρίσκεις παντού στις εξεγέρσεις που ζητούν δημοκρατία. Στα Χονγκ Κονγκ, στις Ιστανμπούλ, στα Πολυτεχνεία…
Tο 2018, σαν σήμερα (27 Φεβρουαρίου), κάτοικος της ευρύτερης περιοχής Μεταξουργείου του ιστορικού κέντρου της πρωτεύουσας, έγραφα στη σελίδα μου στο facebook:
Από το 2008 μέχρι το 2014 η οδός Αγησιλάου στο Μεταξουργείο ήταν ψωνιστήρι ανήλικων αγοριών. Πιο πριν ήταν στην πλατεία Κουμουνδούρου. Στη συνέχεια μετακόμισαν στην κάτω πλευρά της Κωνσταντινουπόλεως μετά τις γραμμές του τρένου. Τώρα είναι πέριξ του πεδίου του Άρεως.
Φυσικά, κανείς δεν είδε, δεν άκουσε, δεν ξέρει τίποτα.
Έλα σε παρακαλώ!
ΥΓ. Το τι αμάξια περνούσαν και ποιοι κάθονταν μέσα, ορισμένοι με τις συμβίες ή τις ερωμένες, ας μην το πιάσουμε, θα κλείσουν σπίτια... Φυσικά, ο πολύς κόσμος, εξακολουθεί να λέει: δεν είδα, δεν άκουσα, δεν ξέρω τίποτα. Και να πέφτει από τα σύννεφα. Είναι πιο βολικό έτσι, κοιμούνται ήσυχοι το βράδυ κι όταν ξυπνούν, μετά τον καφέ, αρχίζουν τον ακτιβισμό του πληκτρολογίου σε hastags που υπαγορεύονται από άλλους.
Ποιος πράγματι ήταν ο Θανάσης Μαχιάς από την Αύρα Καλαμπάκας, στέλεχος του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, που πέθανε στη φυλακή χτυπημένος και από τις δύο πλευρές του εμφυλίου; Σχολιασμός ενός άρθρου της Εστίας, με αφορμή τη μάχη της Μερίτσας, την πρώτη μάχη εθνικής αντίστασης στον ελλαδικό χώρο ενάντια στους ιταλούς κατακτητές, που διεξήχθη στις 11/2/1943. [ΤΒJ]
Τον Σεπτέμβριο του 2002 και με τα μέλη της 17 Νοέμβρη να έχουν ήδη συλληφθεί, ο τύπος παρέμενε ελεύθερος[1] και είχε τρεις επιλογές. Σημειωτέον και γνωστόν, αυτές έρχονται πάντοτε τυλιγμένες με το κόστος τους.
Ήταν το 2014, όταν ο συγγραφέας Μένης Κουμανταρέας έπεφτε θύμα δολοφονίας από δυο Ρουμάνους ηλικίας τότε 27 και 24 ετών αντίστοιχα. Όπως είχε γίνει γνωστό τότε, ο συγγραφέας γνώριζε τους θύτες του –τουλάχιστον τον ένα– πάνω από 10 χρόνια, και τους έδινε τακτικά χρήματα έναντι υπηρεσιών. Χρήματα του είχαν ζητήσει και κατά τη μοιραία για τον Μένη Κουμανταρέα συνάντηση – και, μετά την άρνησή του, οι δύο νεαροί προχώρησαν στο αποτρόπαιο έγκλημά τους.
Το φοβερό του εγκλήματος, η συμπάθεια προς τον δημοφιλή συγγραφέα καθώς και ο σεβασμός προς το πρόσωπο του εκλιπόντος πλέον δεν επέτρεψε την ανάπτυξη μιας σοβαρής συζητήσεως τότε. Ο Κουμανταρέας είχε αναπτύξει σεξουαλικές σχέσεις με έναν 15χρονο, ο οποίος 10 χρόνια μετά τον σκότωσε. Και φυσικά το συνάφι γνώριζε όχι μόνο ποιες ήταν οι ερωτικές προτιμήσεις του συγγραφέα, αλλά και το ότι συνήθιζε, καθημερινά μάλιστα, και πάρα τα σοβαρά θέματα υγείας που αντιμετώπιζε, να πηγαίνει σε πιάτσες, κυρίως μεταναστών, προς άγραν εραστών.
Η κουβέντα που θα έπρεπε να γίνει, δεν έγινε ποτέ.
***
Διαβάζω για πρωτοβουλίες πάνω σε διάφορα ζητήματα που σκοπεύει να πάρει η κυβέρνηση, με αφορμή τόσο τις καταγγελίες στο χώρο του θεάματος και όχι μόνο, όσο και γενικότερα τα ζητήματα που θίγει το καθ’ ημάς #MeToo. Πάει καλά.
Υπάρχει όμως ένα εξαιρετικά σοβαρό ζήτημα – ζήτημα που συνδέεται τόσο με την εκμετάλλευση ανηλίκων, μεταναστών ή μη, όσο και γενικότερα με το θέμα του trafficking: το ζήτημα της πορνείας. Εδώ είναι που ως κοινωνία εθελοτυφλούμε πλήρως. Στην Ελλάδα δεν υφίσταται ουσιαστικά νόμιμη πορνεία. Είναι σε ένα καθεστώς ημιπαρανομίας/ημινομιμότητας. Όσον αφορά δε την ανδρική πορνεία, τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα, καθώς καλύπτονται από πλήρες σκότος.
Μία γυναίκα δεν μπορεί με νόμιμο τρόπο να αναζητήσει και να πληρώσει για την παροχή σεξουαλικών υπηρεσιών από έναν άνδρα, και το ίδιο ισχύει για έναν ομοφυλόφιλο. Κατά συνέπεια, ο μόνος δρόμος που μένει για έναν ομοφυλόφιλο που αναζητά τέτοιου είδους υπηρεσίες είναι να κινηθεί στις «πιάτσες», στην πλατεία Βικτωρίας, στην Κουμουνδούρου, στο Μεταξουργείο ή στο Ζάππειο. Εκεί όπου, συνήθως κατά κανόνα, εκδίδονται ανήλικοι, και που φυσικά δεn νομίζω να πηγαίνει κανένας και να ζητάει πρώτα ταυτότητα προτού προχωρήσει στην όποια πράξη. Αλλά δε μας απασχολούν αυτά, είναι πολύ βρώμικα πράγματα, πολύ σκοτεινά, οπότε μια χαρά είναι καλυμμένα στο σκοτάδι, μια χαρά μπορούμε να κοιμόμαστε ήσυχοι και –προπάντων– αθώοι.
Διαβάζω ακόμη, πως εξανίσταται η ελληνική κοινωνία από τις αποκαλύψεις ότι ο κατηγορούμενος ηθοποιός και σκηνοθέτης προσέφερε αλκοόλ στους ανήλικους ώστε να τους πείσει ευκολότερα να συνευρεθούν μαζί του.
Τρομερό! Λες και δε ζούμε στη χώρα που ένας ανήλικος μπορεί άνετα να πάει σε ένα σουπερμάρκετ ή σε ένα περίπτερο και να πάρει όσα λίτρα ουίσκι, βότκα ή μπύρες επιθυμεί. Λες και δε ζούμε στη χώρα που, υπό την σκέπη του ίδιου του σχολείου, γίνονται πάρτι σε διάφορα κλαμπ «για να μαζέψουν τα παιδιά χρήματα για την εκδρομή», όπου, φυσικά το αλκοόλ ρέει άφθονο. Για να μη μιλήσουμε για τις πενθήμερες. Ούτε για το κάπνισμα, αφού δεν νομίζω να υπάρχει ψιλικατζίδικο ή περίπτερο του οποίου ο καταστηματάρχης να ζητά ταυτότητα προκειμένου να πουλήσει τσιγάρα σε ανήλικο (ακόμη κι αν υπάρχει νόμος, είναι σαφές πως δεν τηρείται).
Οπότε αναρωτιέμαι τελικά: έχει τα κότσια, οποιαδήποτε κυβέρνηση, να προωθήσει μία «προοδευτική» πολιτική για την πορνεία, ώστε να σταματήσει ή, έστω, να περιοριστεί το trafficking; Κι έχει, ταυτόχρονα, τα κότσια να προωθήσει μια «συντηρητική» πολιτική που να περιορίζει, υπό μία έννοια μεν, αλλά ουσιαστικά να προστατεύει τους ανήλικους; Εδώ είναι τα δύσκολα και τα σοβαρά.
Ουδείς δικαιούται να τιμωρήσει τον Κουφοντίνα για δεύτερη φορά. Είτε ανήκει σ’ αυτούς που ζητούν να μη βγει ποτέ από τη φυλακή, είτε σ’ εκείνους που τον καπηλεύονται και θέλουν να τον περιφέρουν ως απο-ανθρωποποιημένο σύμβολο. Με τη διαφορά ότι απέναντι στους πρώτους υπάρχει θεσμική απάντηση. Είναι ο νόμος, ο οποίος δεν επιτρέπει καμία μεταχείριση που θίγει τα δικαιώματά του και την ανθρώπινη αξιοπρέπειά του. Αλλά απέναντι στους δεύτερους και στην εργαλειακή καπηλεία του δεν υπάρχει νομική απάντηση.
Τι ακριβώς είναι ο ελληνικός «γουρουνολαός», κατά τον χαρακτηρισμό του εκδότη τηςΑκροπόλεως, Βλάση Γαβριηλίδη; Και πώς περιέγραφε την ταυτότητα των Ελλήνων ο Παύλος Νιρβάνας, που με δυο χρονογραφήματά του στο Νέον Άστυ, στις 17 Αυγούστου 1909 και στις 15 Σεπτεμβρίου 1909; Γιατί είναι ακριβής η αναφορά του δημοφιλούς χρονογράφου στις ψυχικές λαϊκές αναστολές του Έλληνα ως προς την κατανόηση της συλλογικής κακοδαιμονίας μέσω μιας αέναης μετάθεσης ευθυνών, στη συντηρητική αντι-ενθουσιαστική ειρωνεία του και στην απογοήτευσή του για το ασάλευτο, το ανακυκλούμενο νεοελληνικό παρόν; Εν τέλει, τι είναι η νεοελληνική αγονία;