«Τα Γεροσόλυμα τρελαίνουν... ή σκοτώνουν», γράφει ο Στρατής Τσίρκας για την πρώτη από τις Ακυβέρνητες Πολιτείες του. Την Ιερουσαλήμ. Πόλη των θεών. Πόλη των τριών μεγαλύτερων θρησκειών με κοινό πατέρα τον Αβραάμ, ο οποίος δεν είναι και πρότυπο ισόρροπου και φιλεύσπλαχνου πατέρα, αλλά ας μην ξεφύγω τόσο νωρίς.
Γνώμες
«Καράτε λέγεται και είναι απλό». Με αυτή τη φράση ξεκινούσε να κάνει μάθημα τους υποψήφιους πράκτορες ο Ζαννίνο, στην ταινία Θου Βου – Φανερός πράκτωρ 000, με τον Θανάση Βέγγο. Μια αντίστοιχη φράση θα μπορούσε να είναι «Μεταμοντερνισμός λέγεται και είναι απλό». Ή, έστω, μετανεωτερικότητα. Κατάρρευση των μεγάλων αφηγήσεων, πλήρης διάσπαση νοήματος, άκρατος υποκειμενισμός.
Όπως περίπου, συνοπτικά, έλεγε ο Κλωντ Λεβύ Στρως θέλοντας να καταπολεμήσει τον πολιτισμικό «ιμπεριαλισμό», ο μεταμοντερνισμός εξισώνει τις καλύβες των ιθαγενών του Ειρηνικού με τον Παρθενώνα. Μαζί ο Σαίξπηρ και ο Λέοναρντ Κοέν, ισάξιοι. Ή ο Ντύλαν. Και αφού, τελικά, τι Παρθενώνας - τι καλύβα στην Ταϊτή, γιατί να μην πούμε και τι εμβόλιο - τι ομοιοπαθητική;
Αντικειμενική αλήθεια δεν υπάρχει· υπάρχουν μόνο υποκείμενα που το καθένα κατέχει την αλήθεια του, η οποία θα πρέπει να γίνεται απολύτως σεβαστή ως απόλυτη.
Είναι βέβαιο πως οι Διαφωτιστές, όταν υπερασπίζονταν την ελευθερία του λόγου, είχαν κατά νου την ελευθερία του ορθού λόγου, του λόγου της Λογικής, την οποία, όχι τυχαία, λίγο αργότερα τη μετέτρεψαν σε θεότητα και στους χρόνους του Τρόμου.
Στη μεταμοντέρνα κατάσταση, ελευθερία του λόγου σημαίνει ελευθερία κάθε λόγου, ανορθολογικού, παράλογου, ανάποδου, ακόμη κι ανελεύθερου, και μισαλλόδοξου. Είναι δικαίωμά μου να φορέσω ένα floral φόρεμα και να πάω για μάθημα στο πανεπιστήμιο και, ταυτόχρονα, είναι υποχρέωση όλων των υπολοίπων να μη γελάσουν μαζί μου. Γιατί όχι και μια πανοπλία του 15ου αιώνα; Δικαίωμά μου είναι. Η αλήθεια πηγάζει από μένα και καταλήγει σε μένα.
Πρώτες ήταν οι θεωρητικές επιστήμες που βίωσαν αυτόν τον υποκειμενισμό που το αντικείμενό τους έδειχνε – ακόμη κι όταν δεν ήταν, όπως για παράδειγμα στην Ιστορία, πιο ρευστό.
Έτσι, οι αναθεωρητικές τάσεις έπαψαν να προσπαθούν να φωτίζουν πτυχές που έμεναν στο σκοτάδι ή στη λήθη. Το ζητούμενο πλέον ήταν να ανατρέπουν την προηγούμενη αντίληψη, συχνά ασχέτως αν ήταν η ορθή.
Έτσι, σιγά σιγά, το πράγμα προχώρησε και προς τις πιο θετικές επιστήμες. Δεν είχε καμία σημασία αν η πλειοψηφία των οικονομολόγων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό υποστήριζαν –και αποδείκνυαν– ότι η Ελλάδα ήταν χρεοκοπημένη το 2010. Ή ότι μια παύση πληρωμών το 2015 θα έφερνε ακόμη περισσότερα δεινά στην ελληνική οικονομία. Ε και; Ο κορυφαίος Βαρουφάκης, ο κορυφαίος Μηλιός ή ο κορυφαίος Λαπαβίτσας, οικονομολόγοι και καθηγητές πανεπιστημίων αντίστοιχα, υποστήριζαν άλλα. Γιατί η γνώμη τους ήταν λιγότερο βαρύνουσα από εκείνη του ΔΝΤ ή της ΕΚΤ; Τη δική τους επιστημονική αυθεντία προέταξαν απέναντι σε μια άλλη, αφού η αλήθεια δεν είναι μόνο μία. Και αφού η αλήθεια δεν είναι μόνο μία, τότε ούτε η πραγματικότητα μπορεί να είναι μόνο μία. Είναι όσες θέλουμε εμείς.
Το πράγμα φαινόταν πως θα ερχόταν και στην ιατρική τελικά, την πλέον θετική επιστήμη. Τα πρώτα δείγματα είχαν φανεί από το αντιεμβολιαστικό κίνημα, που δεν αμφισβητούσε, πράγμα που θα μπορούσε να είναι και κατανοητό, ένα εμβόλιο το οποίο βγήκε στην κυκλοφορία μέσα σε λίγους μήνες, αλλά εμβόλια με παρουσία στο χώρο της υγείας και με συμβολή στον περιορισμό ή στην εξαφλανιση ασθενειών στο δυτικό κόσμο, εδώ και δεκαετίες. Φυσικά, οι πρώτοι απόστολοι αυτού του κινήματος, ήταν γιατροί. Δεν φαντάζεται κανείς πως ξύπνησαν ένα πρωί οι κουρείς ή οι οδηγοί ταξί και άρχισαν να διαδίδουν θεωρίες που τους κατέβηκαν από το κεφάλι. Όχι, προφανώς. Διέδιδαν αυτά που άκουγαν και αυτά που διάβαζαν. Από ειδικούς. Από επιστήμονες. Γιατί όχι, άλλωστε; Ο ΠΟΥ έχει μία άποψη, κάποιοι άλλοι επιστήμονες έχουν τη δική τους. Ουδείς εκφράζει την αυθεντία, η αλήθεια είναι υποκειμενική. Το ίδιο και η πραγματικότητα, ξαναλέμε.
Έτσι φτάσαμε στη σημερινή κατάσταση. Αρχικά ξεκίνησε με την αμφισβήτηση του ιού, της μεταδοτικότητας και της φονικότητάς του, την οποία αμφισβήτησε πρώτος ο –όντως– κορυφαίος Γιάννης Ιωαννίδης. Κορυφαίος ο Φάουτσι, κορυφαίος όμως και ο Ιωαννίδης. Γιατί να έχει δίκιο ο ένας και όχι ο άλλος, αφού η αλήθεια –και η πραγματικότητα– είναι υποκειμενική, σχετική; Ακόμη κι όταν τα γεγονότα είναι ή δείχνουν απόλυτα. Μετά ήρθε η αμφισβήτηση της χρήσης μάσκας, πάλι από γιατρούς αρχικά. Ακολούθησε η αμφισβήτηση των τεστ ώσοιυ, ευνόητα, φτάσαμε και στα εμβόλια. Ας λέει ο ΠΟΥ να εμβολιαστούμε· ο παθολόγος μου, ο γυναικολόγος μου, ακόμη ακόμη και ο ορθοπεδικός ή ο οφθαλμίατρος λένε όχι. Αυτούς εμπιστεύομαι, γιατροί είναι κι αυτοί. Και έχω κι ένα φίλο, σοβαρό επιστήμονα, χημικό που έχει δουλέψει χρόνια σε βιομηχανίες στο εξωτερικό που μου λέει να μην κάνω το εμβόλιο. Άρα;
Ακόμα και στο έγκλημα έχουμε τα πάντα υποκειμενικά και σχετικά. Αν για τους ανθρώπους της Παλαιάς Διαθήκης η ασθένεια ήταν σημάδι πως είτε ο ασθενής είτε οι γονείς του είχαν αμαρτήσει, το ίδιο συμβαίνει και με το έγκλημα. Ο εγκληματίας δε φταίει. Φταίει η πατριαρχική κοινωνία, φταίει η οικογένειά του, φταίει το σχολείο του, ο παπάς που τον βάπτισε, ο Μητσοτάκης που τον διόρισε, τα παιδάκια που τον έλεγαν «χοντρό» στην πρώτη δημοτικού. Πάντως, όχι ο ίδιος. Αφού δεν φταίει ο ίδιος αλλά φταίμε όλοι, άρα δεν φταίει κανείς. Όλα είναι θέμα οπτικής. Η αρχή της απροσδιοριστίας ισχύει σε όλα και για όλα.
Κάποτε, πριν από χρόνια, ο Γιάννης Βαρβέρης, όταν βρέθηκε ενώπιον μιας τριάδας που την αποτελούσαν ένας λογοτέχνης, ένας μεγαλοδικηγόρος κι ένας παρα-λογοτέχνης σχολίασε λέγοντας απλώς: «μεταμοντερνισμός».
Μεταμοντερνισμός λέγεται και είναι απλός.
Αυτό που συμβαίνει στην αμερικανική Δεξιά δεν έχει σύγχρονο προηγούμενο. Από την εκλογή Ομπάμα, το 2006, ξεκίνησε μια αλλαγή που στις μέρες μας έχει οδηγήσει σε ριζοσπαστικές εκδοχές της πολιτικής. Η ριζοσπαστικοποίηση αυτή μοιάζει με σκουριά που κατατρώγει το μέταλλο της Αμερικανικής Δημοκρατίας.
Ο ήλιος δεν ανατέλλει ποτέ. Ούτε δύει. Φωτίζει. Όλα τα κάνει η Γη που περιστρέφεται. Ο τίτλος του σημερινού σημειώματος προέρχεται από τα αγαπημένα μου μεσαιωνικά απομεινάρια που είναι, ευρύτερα, και το θέμα μου.
Η φράση εδραιώθηκε όταν ζητήματα όπως η κίνηση των ουράνιων σωμάτων ήταν στην δικαιοδοσία ανθρώπων που αντλούσαν γνώση από ένα μόνο βιβλίο, φορούσαν περίτεχνα άμφια και συνήθως τους έλεγαν Πίο. Και δεν σταματούσαν στα του ουρανού. Είχαν περισσότερη εξουσία στα επίγεια. Γιατί η ευλογία τους πολλές φορές καθόριζε τη νομιμοποίηση κάποιου εκπροσώπου της μοναρχίας, που είναι το δεύτερο μεσαιωνικό απομεινάρι της ιστορίας.
Τα δύο τους αυτά βάδιζαν χέρι χέρι για το μεγαλύτερο διάστημα της περιόδου των χιλίων ετών που έχουμε μάθει να λέμε «σκοτεινή». Από τους πιο διάσημους εναγκαλισμούς θρησκείας και μοναρχίας ήταν η περιώνυμη «Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία» που χρειάστηκε να περάσουν αιώνες ώσπου ο Βολταίρος να πει γι’ αυτήν πως «δεν ήταν ούτε Αγία, ούτε Ρωμαϊκή, ούτε Αυτοκρατορία». Ο Διαφωτισμός έκανε πολύ καλό και στο χιούμορ.
Το τελευταίο μεσαιωνικό απομεινάρι που επιμένει και ακόμη βρίσκει την θέση του στα μαζικά μέσα επικοινωνίας είναι τα ζώδια. Και, κατά τη γνώμη μου, μοιράζονται πολλά κοινά με τα προηγούμενα.
Όλα τους, στις μέρες μας, αποτελούν αναχρονισμό. Και τα τρία άνθησαν και υπερίσχυσαν όταν η λογική κοιμόταν, την αγαπημένη ώρα δηλαδή που συνέρχονται τα τέρατα, όπως κάποιος Ισπανός έχει ζωγραφίσει. Αλλά κανείς δεν τα πιστεύει πια στ’ αλήθεια. Κανείς δεν σχεδιάζει το μέλλον του βάσει των όσων συμβουλεύουν.
Τα ζώδια είναι και τα πιο αθώα. Τα άλλα δύο εξακολουθούν να έχουν και να ασκούν σημαντική δύναμη, ακόμη και σήμερα. Ο λόγος λοιπόν που αποστρέφομαι τόσο τη μοναρχία όσο και τη θρησκεία είναι ότι, στον πυρήνα τους, είναι εχθροί της ελευθερίας και δυνάστες της αξιοπρέπειας και της ισότητας μεταξύ των ανθρώπων. Ποια είναι μεγαλύτερη προσβολή προς έναν άνθρωπο ο οποίος πρέπει να αναγνωρίζει κάποιον ως ηγέτη του αποκλειστικά και μόνο λόγω του πατέρα του, και του πατέρα τού πατέρα του. Αλλά είναι έτοιμο να υποταχτεί το υποκείμενο του βασιλέως στον –λόγω προγονικού– πατέρα του έθνους επειδή είναι προπονημένο να πιστεύει στον επουράνιο πατέρα. Αυτόν με το κεφαλαίο «π».
Ίσως η μόνη διαφορά να είναι ότι για τους Ουίνδσορ μπορώ να πω “Princess Anne is a babe” – αλλά δεν μπορώ να πω το ίδιο για την Αγία Αικατερίνη...
Έχω προσπαθήσει πολλές φορές να καταλάβω πώς σκέφτονται κάποιοι άνθρωποι γύρω μου, αν είναι πλάνη, αν είναι άρνηση, αν είναι κάποια βαθύτερη γνώση (που εμένα μού διαφεύγει), αν είναι αίσθηση πως το κακό δεν τους αγγίζει, αν είναι ανάγκη να νιώσουν διαφορετικοί, αντισυστημικοί, καταδιωγμένοι, σημαντικοί. Το σκέφτομαι περισσότερο ακόμη κάποιες μέρες που η πανδημία έρχεται πολύ κοντά, τις ώρες που συνειδητοποιώ πως ΔΕΝ θα είμαστε όλοι εδώ μετά. Και κάποιοι θα έχουν φύγει πολύ πολύ νωρίς.
Η έναρξη της πενταμερούς Διάσκεψης της Γενεύης (27 ώς 29 Απριλίου) με στόχο τη διερεύνηση προθέσεων και δυνατοτήτων για την επίλυση του Κυπριακού θέτει και πάλι εμφατικά το ζήτημα του γιατί παραμένουμε μια από τις ελάχιστες, αν όχι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα, ή ευρύτερα το μόνο ευρωπαϊκό έθνος, με διαφορές συνοριακού χαρακτήρα με γείτονα χώρα, που κρατούν ανοικτό το ενδεχόμενο πολεμικής ρήξης.
«Δύσκολα βρίσκει κανείς άνθρωπο φωτογραφημένο περισσότερες φορές με σφιγμένες γροθιές από τον 26ο πρόεδρο της Αμερικής, τον Θεόδωρο Ρούσβελτ», παρατήρησε γι’ αυτόν η βιογράφος και ιστορικός Doris Kearns Goodwin. Και, προσωπικά, δυσκολεύομαι να βρω συντηρητικό πολιτικό που να θαυμάζω περισσότερο.
Εδώ και αρκετούς μήνες, ολοένα και περισσότεροι πολίτες δεν τηρούν τα περισσότερα κυβερνητικά μέτρα περιορισμού / lockdown με αφορμή την πανδημία. Δεν αναφέρομαι βεβαίως στα προφανή, όπως ήταν οι συγκεντρώσεις για τον Κουφοντίνα ή τα πρόσφατα κορωνοπάρτυ.
Αθήνα, αρχές Σεπτεμβρίου 2004. Η εθνική ομάδα της Ελλάδας αντιμετωπίζει, εκτός έδρας, την εθνική ομάδα της Αλβανίας. Ο αγώνας είναι επίσημος και λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο των προκριματικών αγώνων για το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου που θα γίνει το καλοκαίρι του 2006 στην Γερμανία (Mουντιάλ 2006). Το ενδεχόμενο της ήττας δεν συζητείται καν. Πολύ πρόσφατα, τον Ιούλιο 2004, η εθνική μας ομάδα κατήγαγε τη μεγαλύτερη επιτυχία στην ιστορία της. Σήκωσε την κούπα του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Ποδοσφαίρου που διεξήχθη στην Πορτογαλία (Euro 2004), νικώντας εθνικά συγκροτήματα χωρών με σπουδαία ποδοσφαιρική αξία. Ασφαλώς, δεν ισχυρίζεται κανείς ότι η εθνική μας ομάδα κατέστη παγκόσμια ποδοσφαιρική υπερδύναμη, αλλά πάντως το ενδεχόμενο της ήττας από την εθνική ομάδα της Αλβανίας δεν συζητείται καν. Πώς είναι δυνατόν να χάσει μία κοτζάμ Πρωταθλήτρια Ευρώπης από την ποδοσφαιρικά άσημη Αλβανία;
Στο ήδη κατακερματισμένο αριστερό ημικύκλιο του Ελληνικού Kοινοβουλίου κραυγάζει η απουσία ενός δημοκρατικού, αυθεντικά φιλελεύθερου, άφοβα κοσμικού, κeντροαριστερού σχηματισμού. Το ΚΙΝ.ΑΛ πληροί μόνον το πρώτο από τα κριτήρια που ανέφερα, και με τη σημερινή ηγεσία και τρέχον «πολιτεύεσθαι» δείχνει να διολισθαίνει όλο και περισσότερο προς τους λαϊκιστές παρακείμενους στα έδρανα.