
O Χατζιδάκις, o Κουνάδης και η «liedesque» εκδοχή του έντεχνου λαϊκού
No item found!

No item found!
Γιατί δεν με εκπλήσσει καθόλου η κατάρρευση τμήματος της οροφής του αναγνωστηρίου της Εθνικής [Βαλλιάνειου] Βιβλιοθήκης στην Πανεπιστημίου (την οποία φέρνει στη δημοσιότητα ο Νίκος Βατόπουλος στην Καθημερινή, 30/1/2024[1]).
Είχα κληθεί από το 2012 από την τότε εφορευτική επιτροπή και τον πρόεδρό της, επειδή είχα δουλέψει πάνω στο έργο του Τσίλλερ και του Χάνσεν. Η ανησυχία ιδίως του προέδρου για την τραγική κατάσταση του κτιρίου και των υποδομών ήταν συγκινητική. Με λίγα λόγια, στην έρευνά μας, μαζί με αναστηλωτές που προκλήθηκαν, σε εκθέσεις αυτοψίας αλλά και μελετώντας ήδη υπάρχουσες διατριβές στο ΕΜΠ και τεχνικές μελέτες στα αρχεία των υπουργείων, μιλούσαν όλοι για:
α) Κατασκευή περιμετρικά εσωτερικού μεταλλικού δακτυλίου από ανοξείδωτο χάλυβα, αγκυρούμενου στην τοιχοποιία και τοποθετούμενου μεταξύ της ψευδοροφής και ελκυστήρα της στέγης, προκειμένου να επιτευχθεί ικανοποιητική διαφραγματική λειτουργία, β) οι συρραφές από τιτάνιο στις συμβολές διαμηκών και εγκάρσιων τοίχων, προκειμένου να διασφαλιστεί η ενιαία συμπεριφορά τους, γ) η πλήρωση ρωγμών με ενέματα.
και
Η επάνω κεκλιμένη στέγη είναι σε κακή κατάσταση (διαβρώσεις, στρεβλώσεις και αλλοιώσεις του σιδερένιου σκελετού ηλικίας πέραν των 100 ετών με αποτέλεσμα να περνάνε τα νερά της βροχής με ό,τι αυτό σημαίνει.
Η μελέτη αυτή ήταν του 2011. Συμφωνούσαμε τότε ότι η αποκατάσταση του κτιρίου απαιτεί μεθοδολογία και τεχνολογία όμοια με αυτή που χρησιμοποιήθηκε στον Παρθενώνα. Με παρόμοια κριτήρια οικοδομούσαν ο Χάνσεν και ο Τσίλλερ! Είναι ανάγκη έστω και σήμερα να πάρουμε το μήνυμα της φθοράς. Διαφορετικά θα επιστρέψει και αυτό το κτίριο, όπως τόσα άλλα αργά αλλά σταθερά, στη φύση από την οποία προήλθε.
Ακολουθεί το βασικό κείμενο της μελέτης του 2011, στην οποία επισημαίνονταν τα προβλήματα – που όλοι προσπέρασαν.
Το ιστορικό της Βαλλιάνειου [Εθνικής] Βιβλιοθήκης
Από τα κτίρια της λεγόμενης «Αθηναϊκής Τριλογίας», η Εθνική [Βαλλιάνειος] Βιβλιοθήκη είναι χρονολογικά το τρίτο (1885-1902). Όταν ο Θεόφιλος Χάνσεν άρχισε να μελετά το σχέδιο της Ακαδημίας (1859-1887), ο Όθων του έδωσε εντολή να σχεδιάσει και το κτίριο προς την άλλη πλευρά του Πανεπιστημίου ως Μουσείο ή Βιβλιοθήκη. Επειδή όμως δεν υπήρχαν χρήματα για την οικοδόμηση το ζήτημα έμεινε επί δεκαετίες στη σφαίρα των ελπίδων.

Αρχείο Μαριλένας Ζ. Κασιμάτη
Θεόφιλος Χάνσεν, Αθηναϊκή Τριλογία, Αθήνα 1859
Το 1885, ο Θεόφιλος Χάνσεν εκπονεί στη Βιέννη πέντε υπέροχα υδατογραφημένα σχέδια μεγάλου μεγέθους για την Βιβλιοθήκη, τέσσερα από τα οποία σώζονται στην Εθνική Βιβλιοθήκη, κρεμασμένα μέσα σε πλαίσια, σε έναν μάλλον υγρό τοίχο.
Τα σχέδια αυτά δημοσιεύτηκαν, μαζί με την κάτοψη του κεντρικού ορόφου του υπερυψωμένου ισογείου και μια σύντομη περιγραφή του έργου, στην Allgemeine Bau-Zeitung της Βιέννης, το 1891.
Τον Ιανουάριο του 1884, ο Τρικούπης έδωσε εντολή στον Χάνσεν να συντάξει τα οριστικά σχέδια για Βιβλιοθήκη, με την ελπίδα ότι θα εξευρίσκετο ευεργέτης, ο οποίος θα διέθετε το απαιτούμενο ποσόν. Πράγματι, το 1887 ο ομογενής στη Ρωσία Παναγής Βαλλιάνος προσέφερε 2 εκατομμύρια δραχμές και αμέσως άρχισε το κτίσιμο υπό την επίβλεψη του Ερνέστου Τσίλλερ. Λίγα χρόνια νωρίτερα είχε εκπονήσει και ο Τσίλλερ σχέδια, τα οποία όμως, όπως ήταν φυσικό, δεν έγιναν αποδεκτά από τον Χάνσεν.
Όπως σημειώνει στις Αναμνήσεις του ο Τσίλλερ,
το 1868, η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου αποφάσισε να κτίσει στην πλατεία, στα αριστερά του Πανεπιστημίου, ένα χημικό εργαστήριο· επειδή όμως προσωρινά κτίσματα απομακρύνονται συχνά με δυσκολία, έκανα ένα πρόχειρο σχέδιο για μια Βιβλιοθήκη ως «ανάλογο κτίριο» προς την Ακαδημία και υπέβαλα την πρόταση στο Πανεπιστήμιο. Αυτό είχε επακόλουθο να αγοραστεί ένα οικόπεδο πίσω από το Πανεπιστήμιο για να κτιστεί εκεί το εργαστήριο, που όμως μέχρι στιγμής δεν έχει υλοποιηθεί.
Έτσι όμως αφύπνισα την ιδέα της Βιβλιοθήκης, την προκάλεσα ξανά το 1885 στον πρύτανη Κυριακό και έκανα πάλι ένα πρόχειρο σχέδιο. Επειδή όμως ο Χάνσεν, ύστερα από επιθυμία του βασιλιά Όθωνα, είχε εκπονήσει το 1859 την «Τριλογία», τού έστειλα το σχέδιό μου και μαζί με τον πρύτανη φρόντισα, ώστε ο πρωθυπουργός Τρικούπης, μέσω του πρεσβευτή στην Αυλή της Βιέννης, πρίγκιπα Γεώργιο Υψηλάντη, να αναθέσει το σχέδιο στον Χάνσεν.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Χάνσεν, θεωρώντας τιμητική την ανάθεση, δεν ζήτησε αμοιβή για το έργο αυτό.
Το κτίριο θεμελιώθηκε το 1887. Κατά το 1891, έτος θανάτου του Χάνσεν, το έργο βρισκόταν ήδη σε προχωρημένη φάση, αποπερατώθηκε το 1902 και το επόμενο έτος εγκαταστάθηκε σε αυτό η Βιβλιοθήκη.
Ως τρόπος της οικοδόμησης τηρήθηκε ο ίδιος όπως και στην Ακαδημία, δηλαδή με τη χρησιμοποίηση πειραϊκού λίθου για τη βάση και πεντελικού μαρμάρου για την ανωδομή. Επίσης η εκτέλεση έγινε με την ίδια αξιοθαύμαστη τελειότητα. Λεπτομέρειες από όλη τη διάρκεια του κτισίματος αναφέρονται στην πλούσια αλληλογραφία Χάνσεν-Τσίλλερ κατά την περίοδο αυτή:
Το κτίσιμο μιας Βιβλιοθήκης δεν είναι τόσο εύκολο πράγμα όσο φαίνεται, γιατί τα βιβλία πληθαίνουν διαρκώς, λόγος για τον οποίο ένα τέτοιο κτίριο πρέπει στην πραγματικότητα να εκτείνεται σαν να ήταν από καουτσούκ. Για τον λόγο αυτό επιτρέψατέ μου να σας καταστήσω προσεκτικό στο γεγονός ότι τώρα που με βεβαιότητα δεν πρόκειται να διατεθούν τόσα χρήματα όσα θα ήταν αναγκαία, να ετοιμάζατε το σχέδιό σας έτσι ώστε να καθίσταται δυνατή μια μελλοντική επέκταση (Χάνσεν προς Τσίλλερ, Βιέννη, 23/11/1882).
[...] Όλοι οι αποθηκευτικοί χώροι των βιβλίων φωτίζονται μόνο πλαγίως και για την τοποθέτησή τους υπάρχει διαθέσιμη επιφάνεια 5.500 μ.², πράγμα που με κάνει να πιστεύω ότι για πολλά χρόνια θα υπάρξει αρκετός χώρος. Αν πάλι επιδιωχθεί επέκταση, το σχέδιο είναι τέτοιο ώστε να την επιτρέπει χωρίς να κακοποιηθεί το κτίριο (Βιέννη, 9/2/1885)[2].
Ο Χάνσεν, εμπνεόμενος από το Θησείο, συνέθεσε το μέγαρο σε νεοκλασικό δωρικό ρυθμό, με εξαίρεση τις δίδυμες αναγεννησιακού ύφους κλίμακες, ρυθμολογικά ασυμβίβαστες προς την υπόλοιπη σύνθεση. Με την πλαστικότητα τους, ωστόσο, ο αρχιτέκτων επέτυχε την αποφόρτιση του υπέρμετρου βάρους του κάτω ορόφου, του βάθρου του αρχαίου ρυθμού, που έχει και για τον λόγο της κλίσεως του εδάφους.
Στην πρόσοψη στήθηκε ο ανδριάντας του Παναγή Βαλλιάνου και στον πρόδομο οι ανδριάντες των αδελφών του, Μαρίνου και Ανδρέα, έργα και τα τρία του γλύπτη Μπονάνου.
Παρατίθεται απόσπασμα, μεταφρασμένο από τα γερμανικά, της πρωτότυπης περιγραφής του κτιρίου δημοσιευμένης στην Αllgemeine Βau-Ζeitung (1891). Ήταν το τελευταίο έργο που είχε καταθέσει ο ίδιος ο Χάνσεν πριν από το θάνατο του το ίδιο έτος, με την ακριβή χρήση των επιμέρους χώρων, ενώ στο σχέδιο κάτοψης φαίνεται η διαμόρφωση του κήπου:
[...] Το κτίριο αποτελείται από μια κεντρική και δύο πλαϊνές πτέρυγες που ενώνονται και επικοινωνούν μεταξύ τους με παράλληλους εκατέρωθεν εγκάρσιους και υποκείμενους διαδρόμους. Οι ημικυκλικές σκάλες συνδέουν το δρόμο με το κτίριο. Η ισόγειος βάση της κεντρικής πτέρυγας του κτιρίου έχει σχεδιαστεί ως αποθηκευτικός χώρος και για τις συλλογές. Ολόκληρη η ανωδομή είναι βιβλιοθήκη, τα βιβλιοστάσια είναι τοποθετημένα στις πλαϊνές πτέρυγες, το αναγνωστήριο με πρόδομο βρίσκεται στο κεντρικό κτίριο. Πίσω, μοιρασμένοι σε τρεις ορόφους, βρίσκονται οι χώροι διοίκησης και τα αναγνωστήρια για τους καθηγητές. Τα βιβλιοστάσια θα τοποθετηθούν σε πέντε ορόφους, από το πέλμα του κάτω κτιρίου κάτω και σε ύψος πέντε ορόφων, σε σιδηροκατασκευές, διαθέτουν διαδρόμους, κλίμακες και ράφια για τα βιβλία, ενώ εξωτερικά, οι πλαϊνοί διάδρομοι, πάνω από το ισόγειο κτίριο, που διαθέτει απλά παράθυρα, αποτελείται από μια ενιαία ανωδομή με μεγάλα παράθυρα χωρίς ένδειξη διαχωρισμού των ορόφων. Το αναγνωστήριο περιβάλλεται από ιωνικούς κίονες από λευκό μάρμαρο, πίσω από τους οποίους βρίσκονται στους τοίχους επίσης βιβλιοστάσια και διάδρομοι. Το εμβαδόν της συνολικής καθέτου δομής είναι 6.500 τετραγωνικά μέτρα, προσφέρει δηλαδή χώρο για περίπου 400.000 τόμους. Η οροφή, σε συνδυασμό με τις σιδηροκατασκευές της στέγασης, θα φέρει πολύχρωμες τοιχογραφίες. Προς το αναγνωστήριο οδηγεί ένα ελεύθερο κλιμακοστάσιο, πίσω από το οποίο βρίσκεται μια ισόγειος είσοδος που οδηγεί προς τη βάση του κτιρίου και στους χώρους κατοικίας του θυρωρού.
Σε γραφοστατική μέθοδο υπολογισμού των ζευκτών της σιδερένιας στέγης, της ανηρτημένης από τη μεταλλική υαλοσκεπή στέγη, που στηρίζει την υαλωτή διαφώτιστη ψευδοροφή, από σχέδιο του Ερνέστου Τσίλλερ, οφείλεται η αρτιότατη κατασκευή του αποδεικνυόμενου και ως μηχανικού του έργου, ευφυεστάτου αρχιτέκτονα. Η τοποθέτηση των μαρμάρινων μελών ολοκληρώθηκε γύρω στο 1892. Η βάση του κτιρίου συνίσταται από Kalksinter (πωρόλιθο), που, σύμφωνα με την Αllgemeine Βau-Ζeitung, μεταφέρθηκε από το Χαρβάτι. Πρόκειται για ένα πέτρωμα συγγενές προς τον πειραϊκό λίθο και σε χρήση επίσης από τους αρχαίους.
Μεταγενέστερες επεμβάσεις[3]
Στατική συμπεριφορά του κτιρίου[4]
Η αποκατάσταση του κτιρίου
Ειδικά από την παραπάνω εμπεριστατωμένη έρευνα του πολιτικού μηχανικού Ν. Θανόπουλου, της υπογράφουσας, αλλά και σύμφωνα με άλλες μαρτυρίες προκύπτει ότι η αποκατάσταση του ιστορικού αυτού μνημείου του αθηναϊκού κλασικισμού είναι επιτακτική. Απαιτείται, όπως έχει διατυπωθεί από έγκριτο, ειδικευμένο στις αναστηλώσεις μνημείων της αρχαιότητας καθηγητή της Αρχιτεκτονικής, παρόμοια προσέγγιση με αυτή του Παρθενώνα! Κατά συνέπεια, προβλέπεται να είναι δαπανηρή καθώς πρέπει, όχι μόνο να αφαιρεθούν και να αποθηκευτούν προσωρινά και με ασφάλεια όλα τα βιβλία, αλλά επιπλέον να αφαιρεθούν επιμελώς και οι υπάρχουσες κακότεχνες πρόσφατες επεμβάσεις και να γίνουν προφανώς και άλλες επεμβάσεις αλλά όχι παρεμβάσεις και «εκσυγχρονισμοί». Προς Θεού!
Κατατίθενται εδώ οι πρώτες πληροφορίες για τα πρωτογενή ιστορικά τεκμήρια, δηλ. τα σχέδια του Χάνσεν και του Τσίλλερ (για τα ζευκτά της σιδερένιας στέγης), καθώς και τα μεταγενέστερα:
Η νέα, ολοκληρωμένη μελέτη θα πρέπει να ανατεθεί σε ανώτατο πανεπιστημιακό ίδρυμα και σε ομάδα αρχιτεκτόνων-αναστηλωτών, εξειδικευμένη στη συντήρηση-αποκατάσταση ιστορικών κτιρίων και έμπειρων μελετητών σε ζητήματα της κλασικής παράδοσης στην αρχιτεκτονική και αρχιτεκτονικής θεωρίας του 19ου και 20ού αιώνα. Οι κίνδυνοι κακοποίησης του κτιριακού αυτού συγκροτήματος, σημείου αναφοράς στην πολεοδομική και ιστορική ανάπτυξη της πόλης, είναι τεράστιοι.
Για την εκπόνηή της προτείνεται (αφού ερωτάται η υπογράφουσα) το Τμήμα Αρχιτεκτόνων-Μηχανικών του Πανεπιστημίου Πατρών, και οι καθηγητές του Τμήματος:
Κινητά και αταύτιστα έργα τέχνης, ζωγραφικής, χαρακτικής και γλυπτικής εντός του συγκροτήματος
Είναι βέβαιο ότι στα άδυτα της Εθνικής Βιβλιοθήκης, εκτός από πολύτιμα χειρόγραφα και βιβλία, κρύβονται διάσπαρτα, άγνωστα μέχρι στιγμής, έργα τέχνης, τα οποία απαιτούν άμεσες σωστικές ενέργειες, δηλαδή καταγραφή, φωτογράφιση, αρχειοθέτηση και διασφάλιση για να αποκλειστεί, έστω και την υστάτη ώρα, το ενδεχόμενο κλοπής αλλά και περαιτέρω φθοράς στο βλαπτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο έχουν εγκαταλειφθεί. Απομένει να αναδειχθεί η καλλιτεχνική σημασία τους, η οποία θα τεκμηριωθεί από εξειδικευμένο ιστορικό τέχνης της εποχής. Υπό την ιδιότητα αυτή, η υπογράφουσα προσφέρει αμέριστα (και αφιλοκερδώς) τις υπηρεσίες της.
Αθήνα, 26 Οκτωβρίου 2011
[1] «Κλειστό το αναγνωστήριο λόγω πτώσης οροφής», Καθημερινή, 30/1/2024.
[2] Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη, Αλληλογραφία Ε. Τσίλλερ και Θ. Χάνσεν, 1859-1890, Το κτίσιμο της Σιναίας Ακαδημίας των Αθηνών και άλλες ιστορίες. Υπό έκδοση, ΜΙΕΤ [2012.]
[3] Αναφέρονται λεπτομερώς στη διδακτορική διατριβή του Ν. Θανόπουλου, πολιτικού μηχανικού ΕΜΠ, Τα αθηναϊκά μνημειακά κτήρια του 19ου αι. και των αρχών του 20ού αι. με διερεύνηση της κατασκευαστικής και στατικής μεθοδολογίας (1834-1916), Αθήνα 2007, τ. Β΄, σ. 408-409.
[4] Ν. Θανόπουλος, ό.π., σ. 409.
Προσθήκη νέου σχολίου